17 Oct, 2017

Καταστατικό

 ΚΑ­ΤΑ­ΣΤΑ­ΤΙ­ΚΟ

ΤΗΣ ΠΡΩ­ΤΟ­ΒΑΘ­ΜΙΑΣ Ε­ΠΑΓ­ΓΕΛ­ΜΑ­ΤΙ­ΚΗΣ ΟΡ­ΓΑ­ΝΩ­ΣΗΣ ΜΕ ΤΗΝ Ε­ΠΩ­ΝΥ­ΜΙΑ:

«ΛΟ­ΓΙ­ΣΤΙ­ΚΟΣ ΣΥΛ­ΛΟ­ΓΟΣ Α­ΘΗ­ΝΩΝ»

ΑΡ­ΘΡΟ 1ο: Ι­ΔΡΥ­ΣΗ - Ε­ΠΩ­ΝΥ­ΜΙΑ

Ι­δρύ­ε­ται πρω­το­βάθ­μια Ε­παγ­γελ­μα­τι­κή Ορ­γά­νω­ση (Έ­νω­ση) με την ε­πω­νυ­μί­α “ΛΟ­ΓΙ­ΣΤΙ­ΚΟΣ ΣΥΛ­ΛΟ­ΓΟΣ Α­ΘΗ­ΝΩΝ” (Λ.Σ.Α.) και έ­δρα την πό­λη των Α­θη­νών. Θα λει­τουρ­γεί στο ε­ξής και θα διέ­πε­ται α­πό τις δια­τά­ξεις του πα­ρό­ντος κα­τα­στα­τι­κού, α­πό τις δια­τά­ξεις του Ν.1712/1987 (ό­πως ι­σχύ­ει με τις τρο­πο­ποι­ή­σεις και τις συ­μπλη­ρώ­σεις του με τους Ν.1746/1988 και Ν.2081/1992) και συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά α­πό τις πε­ρί σω­μα­τεί­ων δια­τά­ξεις του Α­στι­κού Κώ­δι­κα. Η ε­πω­νυ­μί­α του Συλ­λό­γου εί­ναι «ΛΟ­ΓΙ­ΣΤΙ­ΚΟΣ ΣΥΛ­ΛΟ­ΓΟΣ Α­ΘΗ­ΝΩΝ», με την ο­ποί­α θα συ­ναλ­λάσ­σε­ται και θα εκ­προ­σω­πεί­ται ε­φε­ξής σε ό­λες τις σχέ­σεις του και προς κά­θε τρί­το.

ΑΡ­ΘΡΟ 2ο: ΣΚΟ­ΠΟΣ

Σκο­πός του Συλ­λό­γου εί­ναι η δια­φύ­λα­ξη, η με­λέ­τη και η προ­α­γω­γή κοι­νών, οι­κο­νο­μι­κών, κοι­νω­νι­κών και ε­παγ­γελ­μα­τι­κών συμ­φε­ρό­ντων των με­λών του, στα πλαί­σια της ε­ξυ­πη­ρέ­τη­σης του κοι­νω­νι­κού συ­νό­λου.

Ει­δι­κό­τε­ρα, ο Σύλ­λο­γος σκο­πούς έ­χει:

1. Την καλ­λιέρ­γεια, υ­πο­βο­ή­θη­ση, α­νά­πτυ­ξη και διά­δο­ση του πνεύ­μα­τος του συν­δι­κα­λι­σμού στους κλά­δους των Λο­γι­στών - Φο­ρο­τε­χνι­κών με τη γε­νί­κευ­ση της συμ­με­το­χής ό­λων σε πρω­το­βάθ­μιες συν­δι­κα­λι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις και μέ­σω αυ­τών στις α­ντί­στοι­χες δευ­τε­ρο­βάθ­μιες και τρι­το­βάθ­μιες συν­δι­κα­λι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις.

2. Τη συ­στη­μα­τι­κή με­λέ­τη των προ­βλη­μά­των του κλά­δου για την προ­σφο­ρό­τε­ρη συλ­λο­γι­κή διεκ­δί­κη­ση και ε­πί­λυ­ση αυ­τών.

3. Την εν­θάρ­ρυν­ση και προ­ώ­θη­ση της συ­νερ­γα­σί­ας των με­λών, με την ορ­γά­νω­σή τους σε κοι­νο­πρα­ξί­ες και συ­νε­ται­ρι­σμούς, κά­θε οι­κο­νο­μι­κής μορ­φής, για την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρη προ­ά­σπι­ση και προ­α­γω­γή των οι­κο­νο­μι­κών, ε­παγ­γελ­μα­τι­κών και α­σφα­λι­στι­κών συμ­φε­ρό­ντων τους.

4. Την α­νά­πτυ­ξη πνεύ­μα­τος αλ­λη­λεγ­γύ­ης και αλ­λη­λο­βο­ή­θειας με­τα­ξύ των με­λών και την ε­ξα­σφά­λι­ση συν­θη­κών βελ­τί­ω­σης της ε­παγ­γελ­μα­τι­κής κα­τάρ­τι­σης και της α­νό­δου του πο­λι­τι­σμι­κού και μορ­φω­τι­κού ε­πι­πέ­δου αυ­τών.

5. Την καλ­λιέρ­γεια, ε­ξύ­ψω­ση και υ­πε­ρά­σπι­ση των πα­ναν­θρώ­πι­νων ι­δα­νι­κών της ε­λευ­θε­ρί­ας, της Δη­μο­κρα­τί­ας, της ε­θνι­κής α­νε­ξαρ­τη­σί­ας, της κοι­νω­νι­κής δι­καιο­σύ­νης και της ει­ρή­νης.

6. Τη συ­ντο­νι­σμέ­νη και ορ­γα­νω­μέ­νη προ­σπά­θεια για α­πο­φα­σι­στι­κή συμ­με­το­χή στις δια­δι­κα­σί­ες και τη θε­σμο­θέ­τη­ση των φο­ρο­λο­γι­κών νό­μων και κα­νό­νων α­πό την Πο­λι­τεί­α, τη συμ­με­το­χή των με­λών στις δια­δι­κα­σί­ες κα­τάρ­τι­σης προ­γραμ­μά­των και με­λε­τών για ε­πι­χο­ρη­γή­σεις και την α­πό­κτη­ση δι­καιω­μά­των που πα­ρέ­χει η Ευ­ρω­πα­ϊ­κή Έ­νω­ση στην Πο­λι­τεί­α σαν μέ­λος της.

7. Την α­να­γνώ­ρι­ση των δι­καιω­μά­των των με­λών σε σχέ­ση με τις δη­μό­σιες ε­πι­χει­ρή­σεις και την προ­σπά­θεια για ε­νη­μέ­ρω­ση και ε­μπέ­δω­ση της φο­ρο­λο­γι­κής συ­νεί­δη­σης του Έλ­λη­να φο­ρο­λο­γού­με­νου και της α­ντι­κει­με­νι­κής κρί­σης της φο­ρο­λο­γού­σης αρ­χής.

8. Τη δη­μιουρ­γί­α Τα­μεί­ου Αλ­λη­λο­βο­η­θεί­ας των με­λών.

ΑΡ­ΘΡΟ 3ο: ΜΕ­ΣΑ

Για την εκ­πλή­ρω­ση των πα­ρα­πά­νω σκο­πών, ο Σύλ­λο­γος:

1. Α­πευ­θύ­νε­ται στις Δη­μό­σιες Διοι­κη­τι­κές και Δι­κα­στι­κές Αρ­χές, την Το­πι­κή Αυ­το­διοί­κη­ση, τις συ­νε­ται­ρι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις ε­σω­τε­ρι­κού και ε­ξω­τε­ρι­κού και τους εκ­προ­σώ­πους δια­φό­ρων κοι­νω­νι­κών ο­μά­δων, για τη δια­μόρ­φω­ση, τη λή­ψη και την ε­φαρ­μο­γή των α­πο­φά­σε­ων που α­φο­ρούν τα κοι­νά ε­παγ­γελ­μα­τι­κά, οι­κο­νο­μι­κά και κοι­νω­νι­κά συμ­φέ­ρο­ντα των με­λών του και γε­νι­κό­τε­ρα τα συμ­φέ­ρο­ντα του κοι­νω­νι­κού συ­νό­λου.

2. Διε­ξά­γει κά­θε νό­μι­μης μορ­φής α­γω­νι­στι­κές κι­νη­το­ποι­ή­σεις και δρα­στη­ριό­τη­τες για τη διεκ­δί­κη­ση και ε­πί­λυ­ση των α­πα­σχο­λού­ντων την τά­ξη προ­βλη­μά­των και την πε­ρι­φρού­ρη­ση των ε­παγ­γελ­μα­τι­κών, οι­κο­νο­μι­κών και κοι­νω­νι­κών συμ­φε­ρό­ντων των με­λών, κα­θώς και για την ε­ξύ­ψω­ση του μορ­φω­τι­κού ε­πι­πέ­δου και της συν­δι­κα­λι­στι­κής και τα­ξι­κής συ­νεί­δη­σης και δρά­σης των με­λών.

3. Χρη­σι­μο­ποιεί κά­θε πρό­σφο­ρο μέ­σο για την ε­νη­μέ­ρω­ση της κοι­νής γνώ­μης και της Δη­μό­σιας Διοί­κη­σης πά­νω στα θέ­μα­τα που εν­δια­φέ­ρουν τον κλά­δο και την προ­βο­λή αυ­τών.

4. Ε­πι­διώ­κει την εκ­προ­σώ­πη­ση του Συλ­λό­γου σε Συμ­βού­λια, Κρα­τι­κές Ε­πι­τρο­πές και Ορ­γα­νι­σμούς και την Το­πι­κή Αυ­το­διοί­κη­ση για θέ­μα­τα που, ά­με­σα ή έμ­με­σα, α­φο­ρούν τον κλά­δο.

5. Εκ­δί­δει βι­βλί­α, έ­ντυ­πα ε­παγ­γελ­μα­τι­κού και μορ­φω­τι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος και ε­νι­σχύ­ει τέ­τοια έ­ντυ­πα που συμ­βάλ­λουν στην α­νά­πτυ­ξη του συν­δι­κα­λι­στι­κού κι­νή­μα­τος και την ε­παγ­γελ­μα­τι­κή κα­τάρ­τι­ση και ε­νη­μέ­ρω­ση ε­πί θε­μά­των του κλά­δου.

6. Συ­μπράτ­τει και συ­νερ­γά­ζε­ται με συν­δι­κα­λι­στι­κούς και άλ­λους φο­ρείς σε κοι­νούς στό­χους α­νά­πτυ­ξης και προ­α­γω­γής των συλ­λο­γι­κών συμ­φε­ρό­ντων των με­λών.

7. Με­τέ­χει ορ­γα­νι­κά σε α­νώ­τε­ρες ο­μοιο­ε­παγ­γελ­μα­τι­κές συν­δι­κα­λι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις με ταυ­τό­ση­μους σκο­πούς και ε­πι­διώ­ξεις. Ει­δι­κό­τε­ρα, ο Σύλ­λο­γος με­τέ­χει ορ­γα­νι­κά στις υ­περ­κεί­με­νες ορ­γα­νώ­σεις, μιας το­πι­κού ή γε­νι­κού χα­ρα­κτή­ρα και μιας κλα­δι­κού.

8. Συ­γκρο­τεί τον κα­τάλ­λη­λο υ­πη­ρε­σια­κό και γρα­φεια­κό μη­χα­νι­σμό τού Συλ­λό­γου και ε­μπλου­τί­ζει αυ­τόν με τα α­πα­ραί­τη­τα μέ­σα.

9. Ε­νη­με­ρώ­νει συ­νε­χώς και συ­ντο­νι­σμέ­να τα μέ­λη με έ­ντυ­πα, δια­λέ­ξεις, ε­πι­μορ­φω­τι­κά σε­μι­νά­ρια και με κά­θε τρό­πο που ή­θε­λε κρι­θεί πρό­σφο­ρος για την ε­ξύ­ψω­ση της ε­παγ­γελ­μα­τι­κής διά­κρι­σης των με­λών του Συλ­λό­γου.

10. Α­να­λαμ­βά­νει ε­πι­μορ­φω­τι­κά προ­γράμ­μα­τα και ε­πι­διώ­κει τη συμ­με­το­χή των με­λών στις δια­δι­κα­σί­ες κα­τάρ­τι­σης προ­γραμ­μά­των και με­λε­τών που ε­πι­χο­ρη­γού­νται α­πό την Ευ­ρω­πα­ϊ­κή Έ­νω­ση, με σκο­πό τις ε­πι­χο­ρη­γή­σεις και την α­πο­λα­βή δι­καιω­μά­των που η Ευ­ρω­πα­ϊ­κή Έ­νω­ση πα­ρέ­χει στην Πο­λι­τεί­α σαν μέ­λος της.

11. Α­να­πτύσ­σει κά­θε εί­δους συ­νερ­γα­σί­α με τις ο­μο­ει­δείς Ε­νώ­σεις της Ελ­λά­δος και της Ευ­ρω­πα­ϊ­κής Έ­νω­σης και η ο­ποί­α συ­νερ­γα­σί­α θα α­πο­βλέ­πει στη γε­νι­κό­τε­ρη α­νύ­ψω­ση και ε­μπέ­δω­ση του ε­παγ­γέλ­μα­τος.

12. Δη­μιουρ­γεί Τα­μεί­ο Αλ­λη­λο­βο­η­θεί­ας των με­λών του.

13. Συ­γκρο­τεί ε­πι­τρο­πές με­λέ­της και ε­πε­ξερ­γα­σί­ας των ε­παγ­γελ­μα­τι­κών προ­βλη­μά­των των με­λών, ορ­γα­νώ­νει δια­λέ­ξεις, ο­μι­λί­ες, εκ­δρο­μές, πα­ρα­στά­σεις, κα­θώς και κά­θε μορ­φής εκ­δη­λώ­σεις πο­λι­τι­στι­κής και καλ­λι­τε­χνι­κής καλ­λιέρ­γειας.

14..Συνάπτει συμφωνίες , συμβάλλεται και συνεργάζεται με Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου με στόχο την προαγωγή και ανάπτυξη των επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων των μελών του.

ΑΡ­ΘΡΟ 4ο: Ε­ΔΡΑ

1. Έ­δρα του Συλ­λό­γου ο­ρί­ζε­ται η πό­λη των Α­θη­νών του Νο­μού Ατ­τι­κής.

2. Για την αλ­λα­γή και τη με­τα­βο­λή του τό­που της έ­δρας του Συλ­λό­γου α­παι­τεί­ται α­πό­φα­ση της Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης των με­λών, με πα­ρου­σί­α σε αυ­τήν του η­μί­σε­ως των με­λών και η πλειο­ψη­φί­α των τριών τε­τάρ­των (3/4) των πα­ρό­ντων.

ΑΡ­ΘΡΟ 5ο: ΜΕ­ΛΗ

1. Τα μέ­λη του Συλ­λό­γου εί­ναι α­ριθ­μη­τι­κά α­πε­ριό­ρι­στα και δια­κρί­νο­νται σε τα­κτι­κά και ε­πί­τι­μα.

Ε­πί­τι­μα μέ­λη του Συλ­λό­γου α­να­κη­ρύσ­σο­νται α­πό τη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση, με­τά α­πό πρό­τα­ση του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου, ε­κεί­νοι που έ­χουν προ­σφέ­ρει ε­ξαι­ρε­τι­κή υ­πη­ρε­σί­α στο Σύλ­λο­γο.

2. Μέ­λη του Συλ­λό­γου εγ­γρά­φο­νται οι κά­το­χοι ά­δειας Λο­γι­στή – Φο­ρο­τε­χνι­κού, α­νε­ξαρ­τή­τως τά­ξης (Α’ – Δ’ τά­ξη).

3. Ε­πί­σης, μέ­λη του Λ.Σ.Α. θα εγ­γρά­φο­νται ό­σοι πτυ­χιού­χοι και μη πτυ­χιού­χοι που κα­τά την ψή­φι­ση του Ν.2515/1997 α­σκού­σαν το ε­πάγ­γελ­μα του Λο­γι­στή - Φο­ρο­τε­χνι­κού.

4. Μέ­λη εγ­γρά­φο­νται, ε­πί­σης, οι Λο­γι­στές – Φο­ρο­τε­χνι­κοί, εφ’ ό­σον με την ι­σχύ­ου­σα κά­θε φο­ρά νο­μο­θε­σί­α προ­βλέ­πε­ται η έ­ντα­ξή τους στο ε­πάγ­γελ­μα.

5. Στο Σύλ­λο­γο με­τέ­χουν ως τα­κτι­κά μέ­λη κατ’ αρχήν όσοι έ­χουν και δια­τη­ρούν το ε­παγ­γελ­μα­τι­κό τους Γρα­φεί­ο στη μείζονα περιφέρεια του Νομού Αττικής ή ερ­γά­ζο­νται σε ε­πι­χεί­ρη­ση κ.λ.π., η ο­ποί­α έ­χει την έ­δρα της στην ί­δια πε­ριο­χή και δεν α­νή­κει στο Δη­μό­σιο Το­μέ­α.

6. Ε­πί­σης, μπο­ρούν να κα­τα­στούν τα­κτι­κά μέ­λη του Συλ­λό­γου και Λο­γι­στές - Φο­ρο­τε­χνι­κοί α­πό άλ­λες πε­ριο­χές της χώ­ρας, εφ’ ό­σον πλη­ρούν τις α­νω­τέ­ρω προ­ϋ­πο­θέ­σεις και, ε­πι­πλέ­ον, δεν υ­πάρ­χει άλ­λος ε­νερ­γός ο­μο­ει­δής Σύλ­λο­γος (πρω­το­βάθ­μιο Ε­παγ­γελ­μα­τι­κό Σω­μα­τεί­ο) στην πό­λη τους, στον ο­ποί­ον έ­χουν δι­καί­ω­μα να εγ­γρα­φούν ως μέ­λη. Ε­άν υ­πάρ­χει τέ­τοιος Σύλ­λο­γος και με την προ­ϋ­πό­θε­ση ό­τι συμ­με­τέ­χουν σ’ αυ­τόν, μπο­ρούν να εγ­γρα­φούν και στον ι­δρυό­με­νο Σύλ­λο­γο θεωρώντας τον τοπικό Σύλλογό τους ως Κύρια επαγγελματική τους οργάνωση.

7. Τα πα­ρα­πά­νω μέ­λη α­πο­δέ­χο­νται πλή­ρως τις αρ­χές του Συλ­λό­γου και α­να­λαμ­βά­νουν τις υ­πο­χρε­ώ­σεις που α­πορ­ρέ­ουν α­πό το κα­τα­στα­τι­κό του.

8. Μέ­λος που συ­ντα­ξιο­δο­τεί­ται ή α­πο­χω­ρεί α­πό τον Σύλ­λο­γο, χά­νει την ι­διό­τη­τα του μέ­λους του, α­πό την η­μέ­ρα που θα α­να­κοι­νω­θεί η πα­ραί­τη­σή του.

ΑΡ­ΘΡΟ 6ο: ΕΓ­ΓΡΑ­ΦΗ ΜΕ­ΛΩΝ

1. Για να γρα­φεί έ­νας Λο­γι­στής - Φο­ρο­τε­χνι­κός σαν μέ­λος του Συλ­λό­γου και ε­φό­σον πληροί τις πα­ρα­πά­νω προ­ϋ­πο­θέ­σεις, θα πρέ­πει να υ­πο­βά­λει προς το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο του Συλ­λό­γου έγ­γρα­φη αί­τη­ση, με την ο­ποί­α θα δη­λώ­νει την πε­ρί εγ­γρα­φής του βού­λη­ση. Στην αί­τη­ση αυ­τή πρέ­πει να α­να­γρά­φο­νται τα στοι­χεί­α της ταυ­τό­τη­τάς του, το α­σκού­με­νο ε­πάγ­γελ­μα και η διεύ­θυν­ση της κα­τοι­κί­ας και της ε­πι­χεί­ρη­σης και ο α­ριθ­μός του α­σφα­λι­στι­κού του βι­βλια­ρί­ου, κα­θώς και ό­σα άλ­λα στοι­χεί­α α­παι­τού­νται για να α­πο­δει­κνύ­ουν τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις του άρ­θρου 5.

2. Πα­ράλ­λη­λα, το υ­πο­ψή­φιο μέ­λος πρέ­πει:

α) Να δη­λώ­νει ό­τι ερ­γά­ζε­ται σαν Λο­γι­στής - Φο­ρο­τε­χνι­κός, λει­τουρ­γώ­ντας λο­γι­στι­κό γρα­φεί­ο ή ερ­γά­ζε­ται ως Λο­γι­στής σε επιχείρηση ή ό­τι έ­χει δι­πλή ι­διό­τη­τα ή ό­τι συμ­με­τέ­χει σε νο­μι­κό πρό­σω­πο που σαν κύ­ρια α­πα­σχό­λη­σή του έ­χει τις φο­ρο­τε­χνι­κές ερ­γα­σί­ες.

β) Να δη­λώ­νει ό­τι α­πο­δέ­χε­ται α­νε­πι­φύ­λα­κτα τις δια­τά­ξεις του κα­τα­στα­τι­κού και ό­τι α­πο­δέ­χε­ται τις νό­μι­μες α­πο­φά­σεις των Γε­νι­κών Συ­νε­λεύ­σε­ων του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου του Συλ­λό­γου.

γ) Να προ­σκο­μί­ζει ε­πι­κυ­ρω­μέ­νη φω­το­τυ­πί­α Ά­δειας α­σκή­σε­ως του ε­παγ­γέλ­μα­τος ή εκ­κα­θα­ρι­στι­κό ση­μεί­ω­μα ή/και ο­ποιο­δή­πο­τε άλ­λο έγ­γρα­φο έ­χει κα­θο­ρι­στεί α­πό το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο του Συλ­λό­γου.

δ) Να συ­νο­δεύ­ει την κα­τα­τι­θέ­με­νη αί­τη­ση εγ­γρα­φής με α­πό­δει­ξη πλη­ρω­μής του δι­καιώ­μα­τος εγ­γρα­φής.

3. Το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο του Συλ­λό­γου υ­πο­χρε­ού­ται να συ­ζη­τή­σει την αί­τη­ση εγ­γρα­φής στην πρώ­τη συ­νε­δρί­α­σή του και μέ­σα σε τριά­ντα (30) η­μέ­ρες α­πό την υ­πο­βο­λή της το αρ­γό­τε­ρο. Ε­άν το υ­πο­ψή­φιο μέ­λος συ­γκε­ντρώ­νει τις πα­ρα­πά­νω προ­ϋ­πο­θέ­σεις, το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο υ­πο­χρε­ού­ται να ε­γκρί­νει την αί­τη­ση και να προ­χω­ρή­σει στην εγ­γρα­φή του. Αν η αί­τη­ση α­πορ­ρι­φθεί ή πα­ρέλ­θει η προ­θε­σμί­α των τριά­ντα (30) η­με­ρών, ο εν­δια­φε­ρό­με­νος δι­καιού­ται να προ­σφύ­γει στο Μο­νο­με­λές Πρω­το­δι­κεί­ο Α­θη­νών μέ­σα σε έ­να (1) μή­να α­πό την κοι­νο­ποί­η­ση της α­πορ­ρι­πτι­κής α­πό­φα­σης ή α­πό την πα­ρέ­λευ­ση της πιο πά­νω προ­θε­σμί­ας των τριά­ντα (30) η­με­ρών. Το Μο­νο­με­λές Πρω­το­δι­κεί­ο Α­θη­νών δι­κά­ζο­ντας κα­τά τη δια­δι­κα­σί­α της ε­κού­σιας δι­καιο­δο­σί­ας, δια­τά­ζει την εγ­γρα­φή του μέ­λους ή α­πορ­ρί­πτει την προ­σφυ­γή του.

4. Η ι­διό­τη­τα του μέ­λους α­πο­κτά­ται με­τά την α­πό­φα­ση του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου ή α­πό την τε­λε­σι­δι­κί­α της δι­κα­στι­κής α­πό­φα­σης που δια­τά­ζει την εγ­γρα­φή.

5. Κά­θε μέ­λος έ­χει κα­θή­κον να γνω­στο­ποιεί στο Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο, χω­ρίς κα­θυ­στέ­ρη­ση, κά­θε αλ­λα­γή της ε­παγ­γελ­μα­τι­κής του διεύ­θυν­σης.

ΑΡ­ΘΡΟ 7ο: ΔΙ­ΚΑΙΩ­ΜΑ­ΤΑ ΜΕ­ΛΩΝ

Κά­θε μέ­λος του Συλ­λό­γου, ε­φό­σον εί­ναι τα­μεια­κά τα­κτο­ποι­η­μέ­νο και τη­ρεί τις δια­τά­ξεις του κα­τα­στα­τι­κού του Συλ­λό­γου, έ­χει τα πα­ρα­κά­τω δι­καιώ­μα­τα:

1. Να συμ­με­τέ­χει στις Γε­νι­κές Συ­νε­λεύ­σεις και τις ψη­φο­φο­ρί­ες για την κά­θε α­πό­φα­ση, να εκ­φρά­ζει ε­λεύ­θε­ρα τις α­πό­ψεις του, α­σκώ­ντας έ­λεγ­χο στη Διοί­κη­ση και α­ξιώ­νο­ντας την ε­φαρ­μο­γή των α­πο­φά­σε­ων των Γε­νι­κών Συ­νε­λεύ­σε­ων για την πραγ­μά­τω­ση των σκο­πών του Συλ­λό­γου, κα­θώς ε­πί­σης και να προ­σκα­λεί με άλ­λα μέ­λη τη σύ­γκλι­ση ε­κτά­κτων Γε­νι­κών Συ­νε­λεύ­σε­ων, υ­πό τους πε­ριο­ρι­σμούς των δια­τά­ξε­ων του πα­ρό­ντος κα­τα­στα­τι­κού.

2. Να υ­πο­βά­λει υ­πο­ψη­φιό­τη­τα και να ε­κλέ­γε­ται στα διοι­κη­τι­κά και λοι­πά κα­τα­στα­τι­κά όρ­γα­να του Συλ­λό­γου και στις Ε­πι­τρο­πές του, κα­θώς και α­ντι­πρό­σω­πος στις α­νώ­τε­ρες συν­δι­κα­λι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις στις ο­ποί­ες α­νή­κει ο Σύλ­λο­γος.

3. Να λαμ­βά­νει γνώ­ση των πρα­κτι­κών και των λαμ­βα­νο­μέ­νων α­πό τη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση και τα άλ­λα κα­τα­στα­τι­κά όρ­γα­να α­πο­φά­σε­ων, να υ­πο­γρά­φει το βι­βλί­ο πα­ρου­σιών της Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης, να ζη­τά και να λαμ­βά­νει α­ντί­γρα­φα των πρα­κτι­κών αυ­τών και άλ­λων εγ­γρά­φων που τον α­φο­ρούν και να ε­νη­με­ρώ­νε­ται ε­πί της πο­ρεί­ας των προ­βλη­μά­των του κλά­δου.

4. Τα μέ­λη που έχουν επιλέξει άλλο Σύλλογο σαν Κύρια οργάνωση έ­χουν τα δι­καιώ­μα­τα που μνη­μο­νεύ­ο­νται α­νω­τέ­ρω εκτός από το δικαίωμα εκλογής α­ντι­προ­σώ­πων για τις δευτεροβάθμιες συν­δι­κα­λι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις.

ΑΡ­ΘΡΟ 8ο: Υ­ΠΟ­ΧΡΕ­Ω­ΣΕΙΣ ΜΕ­ΛΩΝ

Κά­θε μέ­λος του Συλ­λό­γου έ­χει τις πα­ρα­κά­τω υ­πο­χρε­ώ­σεις:

1. Να συμ­με­τέ­χει στις Γε­νι­κές Συ­νε­λεύ­σεις και σε κά­θε άλ­λη δρα­στη­ριό­τη­τα του Συλ­λό­γου και να συ­μπα­ρί­στα­ται στα όρ­γα­να Διοί­κη­σης στην ά­σκη­ση των κα­θη­κό­ντων και των ε­πι­διώ­ξε­ών της.

2. Να τη­ρεί το κα­τα­στα­τι­κό και να συμ­μορ­φώ­νε­ται με τις α­πο­φά­σεις της Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης, του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου και των λοι­πών ορ­γά­νων του Συλ­λό­γου και να ε­νη­με­ρώ­νει ά­με­σα τη Διοί­κη­ση για κά­θε με­τα­βο­λή που α­φο­ρά την ε­παγ­γελ­μα­τι­κή του κα­τά­στα­ση.

3. Να μην α­ντι­στρα­τεύ­ε­ται τα συμ­φέ­ρο­ντα του Συλ­λό­γου και να φέ­ρε­ται με τον α­νά­λο­γο σε­βα­σμό προς τους εκ­προ­σώ­πους του Συλ­λό­γου και τη Διοί­κη­ση αυ­τού.

4. Να εκ­πλη­ρώ­νει έ­γκαι­ρα και α­νελ­λι­πώς τις οι­κο­νο­μι­κές υ­πο­χρε­ώ­σεις προς το Σύλ­λο­γο. Μέ­λος που κα­θυ­στε­ρεί τις τα­κτι­κές ει­σφο­ρές του, δεν μπο­ρεί να παίρ­νει μέ­ρος και να ψη­φί­ζει στις Γε­νι­κές Συ­νε­λεύ­σεις, ε­κτός αν ε­ξο­φλή­σει την ο­φει­λή του πριν αρ­χί­σει η Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση. Ε­πί­σης, το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο μπο­ρεί με α­πό­φα­σή του να ε­πι­βάλ­λει την πει­θαρ­χι­κή ποι­νή της σύ­στα­σης στα μέ­λη του Συλ­λό­γου που α­δι­καιο­λό­γη­τα κα­θυ­στε­ρούν τις συν­δρο­μές τους.

ΑΡ­ΘΡΟ 9ο: Α­ΠΟ­ΒΟ­ΛΗ - Α­ΠΟ­ΧΩ­ΡΗ­ΣΗ ΜΕ­ΛΟΥΣ

1. Το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο του Συλ­λό­γου μπο­ρεί να α­πο­φα­σί­ζει αι­τιο­λο­γη­μέ­να για την α­πο­βο­λή μέ­λους που:

α) Έ­πα­ψε να έ­χει τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις της εγ­γρα­φής που προ­βλέ­πει το άρ­θρο 5 του κα­τα­στα­τι­κού αυ­τού.

β) Συ­μπε­ρι­φέ­ρε­ται α­ντί­θε­τα προς τους σκο­πούς του Συλ­λό­γου και τις α­πο­φά­σεις της Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης και του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου.

γ) Παρεκτρέπεται και διαταράσσει την τάξη στις Συνελεύσεις ή όποιας μορφής συνάξεις μελών του Συλλόγου.

δ) Κα­θυ­στε­ρεί α­δι­καιο­λό­γη­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό δύ­ο (2) συ­νε­χή έ­τη την υ­πο­χρε­ω­τι­κή συν­δρο­μή του προς το Σύλ­λο­γο.

ε) Κα­τα­δι­κά­στη­κε α­με­τά­κλη­τα για α­δί­κη­μα που προ­βλέ­πε­ται και τι­μω­ρεί­ται α­πό το Ν.1712/1987, κα­θώς ε­πί­σης και για τα α­δι­κή­μα­τα της α­πά­της, πλα­στο­γρα­φί­ας, κλο­πής και υ­πε­ξαί­ρε­σης και τα εν γέ­νει προ­βλε­πό­με­να α­πό τον Ποι­νι­κό Κώ­δι­κα α­δι­κή­μα­τα πε­ρί τα υ­πο­μνή­μα­τα και το νό­μι­σμα.

στ) Ε­άν συ­ντρέ­χει σπου­δαί­ος λό­γος.

2. Της αποβολής ενός μέλους μπορεί να προηγείται η επιβολή της ποινής της έγγραφης επίπληξης.

3. Την α­πο­βο­λή μέ­λους μπο­ρεί να ει­ση­γη­θεί στο Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο μέ­λος αυ­τού ή το έ­να πέ­μπτο (1/5) του­λά­χι­στον των τα­μεια­κά τα­κτο­ποι­η­μέ­νων με­λών του Συλ­λό­γου.

4. Η πε­ρί α­πο­βο­λής μέ­λους πρά­ξη του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου ε­γκρί­νε­ται α­πό τη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση των με­λών του Συλ­λό­γου. Η πε­ρί α­πο­βο­λής μέ­λους πρά­ξη του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου ει­σά­γε­ται προς έ­γκρι­ση στην πρώ­τη με­τά την έκ­δο­σή της Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση των με­λών του Συλ­λό­γου. Τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της α­πο­βο­λής ε­πέρ­χο­νται α­πό της ε­γκρί­σε­ως α­πό τη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση.

5. Το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο και η Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση πριν α­πο­φα­σί­σουν, κα­λούν προ­η­γου­μέ­νως εγ­γρά­φως το μέ­λος σε α­κρό­α­ση, για τις α­πο­δι­δό­με­νες σ’ αυ­τό κα­τη­γο­ρί­ες.

6. Σε πε­ρί­πτω­ση α­πο­βο­λής του, το μέ­λος δι­καιού­ται να προ­σφύ­γει μέ­σα σε τριά­ντα (30) η­μέ­ρες α­πό την ε­πί­δο­ση σ’ αυ­τό της πε­ρί α­πο­βο­λής του α­πο­φά­σε­ως στο Μο­νο­με­λές Πρω­το­δι­κεί­ο της έ­δρας του Συλ­λό­γου, σύμ­φω­να με την πα­ρά­γρα­φο 7 του άρ­θρου 5 του Ν.1712/1987.

7. Κά­θε μέ­λος μπο­ρεί να α­πο­χω­ρή­σει ο­πο­τε­δή­πο­τε α­πό το Σύλ­λο­γο, α­φού προ­η­γού­με­να ε­ξο­φλή­σει ό­λες τις ο­φει­λές του προς αυ­τόν, μέ­χρι του τέ­λους του έ­τους της α­πο­χώ­ρη­σής του, αρ­κεί να υ­πο­βά­λει στο Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο αί­τη­ση δια­γρα­φής ή δή­λω­ση α­πο­χώ­ρη­σης.

ΑΡ­ΘΡΟ 10ο: ΟΡ­ΓΑ­ΝΑ ΤΟΥ ΣΥΛ­ΛΟ­ΓΟΥ

Όρ­γα­να του Συλ­λό­γου εί­ναι: 1) Η Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση, 2) Το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο 3) Η Ε­λε­γκτι­κή Ε­πι­τρο­πή 4) Η Εφορευτική Επιτροπή και 5) Αντιπρόσωποι Υπερκείμενων Οργανώσεων.

ΑΡ­ΘΡΟ 11ο : ΓΕ­ΝΙ­ΚΗ ΣΥ­ΝΕ­ΛΕΥ­ΣΗ – ΣΥ­ΓΚΡΟ­ΤΗ­ΣΗ - ΑΡ­ΜΟ­ΔΙΟ­ΤΗ­ΤΕΣ

1. Τη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση α­πο­τε­λούν τα τα­μεια­κά ε­ντά­ξει μέ­λη του, που έ­χουν εκ­πλη­ρώ­σει τις οι­κο­νο­μι­κές τους υ­πο­χρε­ώ­σεις σύμ­φω­να με τις δια­τά­ξεις του πα­ρό­ντος κα­τα­στα­τι­κού.

2. Η Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση α­πο­τε­λεί το α­νώ­τα­το όρ­γα­νο του Συλ­λό­γου και α­πο­φα­σί­ζει για κά­θε θέ­μα που δεν υ­πά­γε­ται, σύμ­φω­να με το Νό­μο ή το κα­τα­στα­τι­κό αυ­τό, στην αρ­μο­διό­τη­τα άλ­λου ορ­γά­νου.

Ει­δι­κό­τε­ρα, η Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση:

α) Ε­κλέ­γει και α­να­κα­λεί ο­πο­τε­δή­πο­τε το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο ή μέ­λη αυ­τού, την Ε­λε­γκτι­κή Ε­πι­τρο­πή και τους α­ντι­προ­σώ­πους του Συλ­λό­γου στις δευ­τε­ρο­βάθ­μιες συν­δι­κα­λι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις που α­νή­κει ο Σύλ­λο­γος και ε­λέγ­χει τη δρά­ση αυ­τών.

β) Α­πο­φα­σί­ζει για την ε­πι­λο­γή των δευ­τε­ρο­βάθ­μιων συν­δι­κα­λι­στι­κών ορ­γα­νώ­σε­ων στις ο­ποί­ες εγ­γρά­φε­ται μέ­λος ο Σύλ­λο­γος ή τη δια­γρα­φή α­πό αυ­τές και ο­ρί­ζει την κύ­ρια ορ­γά­νω­ση δια μέ­σου της ο­ποί­ας θα α­ντι­προ­σω­πεύ­ε­ται στη Συ­νο­μο­σπον­δί­α, νο­μι­μο­ποιεί τους α­ντι­προ­σώ­πους του που ψη­φί­ζουν στη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση της κύ­ριας δευ­τε­ρο­βάθ­μιας ορ­γά­νω­σης για την ε­κλο­γή α­ντι­προ­σώ­πων της στη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση της Συ­νο­μο­σπον­δί­ας.

γ) Ε­γκρί­νει ή α­πορ­ρί­πτει τον α­πο­λο­γι­σμό δρά­σης και δια­χεί­ρι­σης του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου και τους ε­τή­σιους ι­σο­λο­γι­σμούς.

δ) Ε­γκρί­νει, τρο­πο­ποιεί ή συ­μπλη­ρώ­νει τους ε­τή­σιους προ­ϋ­πο­λο­γι­σμούς ε­σό­δων και ε­ξό­δων για κά­θε οι­κο­νο­μι­κό έ­τος και ο­ρί­ζει, σύμ­φω­να με το άρ­θρο 16, πα­ρά­γρα­φος 4 του κα­τα­στα­τι­κού αυ­τού, τα πο­σά ε­ξό­δων κι­νή­σε­ως, πα­ρα­στά­σε­ως και ο­δοι­πο­ρι­κών της Διοί­κη­σης.

ε) Α­πο­φα­σί­ζει πε­ρί της α­πο­δο­χής δω­ρε­ών, κλη­ρο­νο­μιών και κλη­ρο­δο­σιών υ­πέρ του Συλ­λό­γου.

στ) Α­πο­φα­σί­ζει για την α­γο­ρά ή εκ­ποί­η­ση α­κι­νή­των του Συλ­λό­γου, προς στέ­γα­ση των Γρα­φεί­ων και των ε­γκα­τα­στά­σε­ων αυ­τού και πε­ρί ό­λων των συ­να­φών ε­μπραγ­μά­των δι­καιω­μά­των α­κι­νή­των του Συλ­λό­γου. Για τη λή­ψη των α­πο­φά­σε­ων αυ­τών α­παι­τεί­ται η α­παρ­τί­α του ε­νός δευ­τέ­ρου (1/2) του­λά­χι­στον των με­λών και η α­πό­φα­ση λαμ­βά­νε­ται με α­πό­λυ­τη πλειο­ψη­φί­α αυ­τών.

ζ) Α­πο­φα­σί­ζει πε­ρί α­πο­βο­λής μέ­λους για πα­ρα­βά­σεις που προ­βλέ­πει το άρ­θρο 9 του κα­τα­στα­τι­κού.

η) Α­πο­φα­σί­ζει για την τρο­πο­ποί­η­ση του κα­τα­στα­τι­κού του Συλ­λό­γου.

θ) Α­πο­φα­σί­ζει για τη διά­λυ­ση του Συλ­λό­γου, τη­ρώ­ντας την ο­ρι­σμέ­νη α­πό το Νό­μο δια­δι­κα­σί­α και πλειο­ψη­φί­α.

ΑΡ­ΘΡΟ 12ο: ΣΥ­ΓΚΛΗ­ΣΗ – Α­ΠΑΡ­ΤΙΑ - ΛΕΙ­ΤΟΥΡ­ΓΙΑ Γ.Σ.

1. Η Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση του Συλ­λό­γου συ­νέρ­χε­ται τα­κτι­κά μί­α (1) φο­ρά το χρό­νο στην έ­δρα της και κα­τά τους μή­νες Ο­κτώ­βριο ή Νο­έμ­βριο κά­θε έ­τους. Η Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση συ­γκα­λεί­ται με α­πό­φα­ση του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου του Συλ­λό­γου, το ο­ποί­ο ο­ρί­ζει και τα θέ­μα­τα που θα συ­ζη­τη­θούν, ύ­στε­ρα α­πό πρό­σκλη­ση ό­που υ­πο­γρά­φουν ο Πρό­ε­δρος και ο Γε­νι­κός Γραμ­μα­τέ­ας ή οι νό­μι­μοι α­να­πλη­ρω­τές τους και η ο­ποί­α εί­τε στέλ­νε­ται στα μέ­λη ο­κτώ (8) του­λά­χι­στον μέ­ρες πριν α­πό την πραγ­μα­το­ποί­η­ση της Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης, εί­τε δη­μο­σιεύ­ε­ται σε μί­α η­με­ρή­σια Α­θη­να­ϊ­κή ε­φη­με­ρί­δα στην ί­δια προ­θε­σμί­α.

2. Η Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση συ­γκα­λεί­ται έ­κτα­κτα ό­ταν κρί­νει αυ­τό α­να­γκαί­ο το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο ή ό­ταν το ζη­τή­σουν με γρα­πτή αί­τη­σή τους τα μέ­λη που α­πο­τε­λούν το έ­να πέ­μπτο (1/5) των τα­μεια­κώς ε­ντά­ξει με­λών, στην ο­ποί­α αί­τη­ση υ­πο­χρε­ω­τι­κά θα πε­ρι­λαμ­βά­νουν και τα θέ­μα­τα της συ­ζή­τη­σης. Στην πε­ρί­πτω­ση αυ­τή, ο Πρό­ε­δρος του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου εί­ναι υ­πο­χρε­ω­μέ­νος να συ­γκα­λέ­σει αυ­τήν μέ­σα σε τριά­ντα (30) η­μέ­ρες α­πό την ε­πί­δο­ση της σχε­τι­κής αί­τη­σης.

3. Οι προ­σκλή­σεις πρέ­πει να α­να­γρά­φουν α­πα­ραί­τη­τα:

α) Τον τό­πο, το χώ­ρο, την η­με­ρο­μη­νί­α, την ώ­ρα της Συ­νέ­λευ­σης, αρ­χι­κής και των εν­δε­χό­με­νων ε­πα­να­λη­πτι­κών και

β) Τα θέ­μα­τα που θα συ­ζη­τη­θούν.

4. Για να λη­φθεί α­πό­φα­ση στη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση, α­παι­τεί­ται η πα­ρου­σί­α του ε­νός δευ­τέ­ρου (1/2) του­λά­χι­στον των οι­κο­νο­μι­κά ε­ντά­ξει με­λών. Αν δεν υ­πάρ­χει α­παρ­τί­α κα­τά την πρώ­τη σύ­γκλη­ση, συ­νέρ­χε­ται, χω­ρίς άλ­λη δια­τύ­πω­ση, ε­πα­να­λη­πτι­κή Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση ε­ντός της ε­πό­με­νης ε­βδο­μά­δας, κα­τά την ο­ποί­α α­παι­τεί­ται πα­ρου­σί­α του ε­νός τε­τάρ­του (1/4) του­λά­χι­στον των οι­κο­νο­μι­κά τα­κτο­ποι­η­μέ­νων με­λών. Αν δεν υ­πάρ­ξει α­παρ­τί­α και κα­τά τη δεύ­τε­ρη σύ­γκλη­ση, η Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση συ­νέρ­χε­ται, χω­ρίς άλ­λη δια­τύ­πω­ση, ε­ντός της α­κο­λου­θού­με­νης ε­βδο­μά­δας και με τα αυ­τά πά­ντο­τε θέ­μα­τα, κα­τά την ο­ποί­α εί­ναι αρ­κε­τός ο­ποιοσ­δή­πο­τε α­ριθ­μός οι­κο­νο­μι­κά τα­κτο­ποι­η­μέ­νων με­λών.

ΑΡ­ΘΡΟ 13ο: ΛΗ­ΨΗ Α­ΠΟ­ΦΑ­ΣΕ­ΩΝ ΓΕ­ΝΙ­ΚΗΣ ΣΥ­ΝΕ­ΛΕΥ­ΣΗΣ

1. Οι α­πο­φά­σεις της Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης λαμ­βά­νο­νται με α­πό­λυ­τη πλειο­ψη­φί­α των πα­ρό­ντων με­λών.

2. Για την τρο­πο­ποί­η­ση του κα­τα­στα­τι­κού, τη με­τα­βο­λή του σκο­πού ή τη διά­λυ­ση του Συλ­λό­γου, α­παι­τεί­ται η α­παρ­τί­α του­λά­χι­στον του ε­νός δευ­τέ­ρου (1/2) των τα­μεια­κά τα­κτο­ποι­η­μέ­νων με­λών και πλειο­ψη­φί­α των τριών τε­τάρ­των (3/4) της α­παρ­τί­ας αυ­τής.

3. Οι ψη­φο­φο­ρί­ες στις Γε­νι­κές Συ­νε­λεύ­σεις δια­κρί­νο­νται σε φα­νε­ρές και μυ­στι­κές. Οι φα­νε­ρές μπο­ρούν να γί­νουν με α­νόρ­θω­ση των με­λών ή με α­νύ­ψω­ση του χε­ριού ή με ο­νο­μα­στι­κή κλή­ση, πο­τέ ό­μως δια βο­ής.

4. Η ψη­φο­φο­ρί­α εί­ναι μυ­στι­κή ό­ταν α­να­φέ­ρε­ται:

α) Σε ε­κλο­γές Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου, Ε­λε­γκτι­κής Ε­πι­τρο­πής, Ε­φο­ρευ­τι­κής Ε­πι­τρο­πής και Α­ντι­προ­σώ­πων στις δευ­τε­ρο­βάθ­μιες ορ­γα­νώ­σεις.

β) Σε εγ­γρα­φή σε δευ­τε­ρο­βάθ­μιες συν­δι­κα­λι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις και την ε­πι­λο­γή της εξ αυ­τών κυ­ρί­ας και για κά­θε με­τα­βο­λή εγ­γρα­φής και ε­πι­λο­γής.

γ) Σε θέ­μα­τα ε­μπι­στο­σύ­νης προς τη Διοί­κη­ση.

δ) Σε προ­σω­πι­κά ζη­τή­μα­τα.

ε) Στο διοι­κη­τι­κό και οι­κο­νο­μι­κό α­πο­λο­γι­σμό.

5. Δεν ε­πι­τρέ­πε­ται η ψη­φο­φο­ρί­α με α­ντι­πρό­σω­πο και για κα­νέ­να θέ­μα.

6. Στη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση προ­ε­δρεύ­ει προ­σω­ρι­νά ο Πρό­ε­δρος του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου ή, σε πε­ρί­πτω­ση κω­λύ­μα­τος, ο νό­μι­μος α­να­πλη­ρω­τής του. Πρώ­το θέ­μα της Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης εί­ναι η ε­κλο­γή Προ­έ­δρου, Α­ντι­προ­έ­δρου, Γραμ­μα­τέ­α και ψη­φο­λέ­κτη, που γί­νε­ται με α­πό­λυ­τη πλειο­ψη­φί­α των πα­ρό­ντων. Ε­άν, σε πε­ρί­πτω­ση δύ­ο ε­πα­να­λη­πτι­κών ψη­φο­φο­ριών, δεν πραγ­μα­το­ποι­η­θεί α­πό­λυ­τη πλειο­ψη­φί­α, ε­κλέ­γε­ται ο σχε­τι­κά πλειο­ψη­φί­σας.

7. Κα­τά τις ψη­φο­φο­ρί­ες, ε­κτός των με­λών, α­πα­γο­ρεύ­ε­ται να πα­ρευ­ρί­σκο­νται στη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση τρί­τα πρό­σω­πα.

8. Δεν λαμ­βά­νε­ται κα­μί­α α­πό­φα­ση ε­πί του θέ­μα­τος που δεν εγ­γρά­φε­ται στην πρό­σκλη­ση της Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης.

9. Για τις συ­ζη­τή­σεις στη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση, τις ψη­φο­φο­ρί­ες και γε­νι­κά τις λαμ­βα­νό­με­νες α­πο­φά­σεις, τη­ρού­νται, με φρο­ντί­δα του Γραμ­μα­τέ­α, πρα­κτι­κά που κα­τα­χω­ρού­νται στο βι­βλί­ο και υ­πο­γρά­φο­νται α­πό το κα­τά την πα­ρά­γρα­φο 6 του άρ­θρου αυ­τού Προ­ε­δρεί­ο, τον ψη­φο­λέ­κτη και πέ­ντε (5) α­πό τα μέ­λη που έ­λα­βαν μέ­ρος στη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση. Τα πρα­κτι­κά α­πο­τε­λούν α­πό­δει­ξη των δια­λαμ­βα­νο­μέ­νων και φυ­λάσ­σο­νται στο αρ­χεί­ο του Συλ­λό­γου.

10. Αγωγή κατά των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης ασκείται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριάντα ημερών από τη λήψη της απόφασης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ έφεση κατά της απόφασης αυτού ασκείται μέσα σε δέκα ημέρες από την επίδοση.

ΑΡ­ΘΡΟ 14ο: ΔΙΟΙ­ΚΗ­ΤΙ­ΚΟ ΣΥΜ­ΒΟΥ­ΛΙΟ - Ε­ΚΛΟ­ΓΗ

1. Το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο α­πο­τε­λεί­ται α­πό πέντε (5) μέ­λη που ε­κλέ­γο­νται α­πό τη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση με μυ­στι­κή ψη­φο­φο­ρί­α για τριε­τή θη­τεί­α, κα­τά τις πα­ρα­πά­νω δια­τά­ξεις. Κατ’ εξαίρεση η πρώτη θητεία ορίζεται διετής και η εξαίρεση αυτή αφορά σε όλα τα Όργανα του Συλλόγου.

2. Τα α­ξιώ­μα­τα των πέντε (5) θέ­σε­ων του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου εί­ναι τα ε­ξής: α) Πρό­ε­δρος, β) Α­ντι­πρό­ε­δρος, γ) Γε­νι­κός Γραμ­μα­τέ­ας, δ) Τα­μί­ας, ε) Μέλος.

3.α) Οι υ­πο­ψή­φιοι Σύμ­βου­λοι συμ­με­τέ­χουν στις ε­κλο­γές σε ε­νιαί­ο ψη­φο­δέλ­τιο ή πα­ρα­τα­ξια­κά ψη­φο­δέλτια. Εκ­φρά­ζε­ται η ευ­χή των ι­δρυ­τι­κών με­λών να χρη­σι­μο­ποιεί­ται πά­ντα ε­νιαί­ο ψη­φο­δέλ­τιο. Οι αι­τή­σεις υ­πο­ψη­φιό­τη­τας υ­πο­βάλ­λο­νται προς το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο του Συλ­λό­γου δύ­ο (2) του­λά­χι­στον μέ­ρες πριν α­πό τη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση.

β) Το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο συ­νε­δριά­ζει πριν τη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση και ε­λέγ­χει τη νο­μι­μό­τη­τα της αι­τή­σε­ως και α­να­κη­ρύσ­σει το μέ­λος υ­πο­ψή­φιο.

γ) Υ­πο­ψή­φιοι που δεν α­να­κη­ρύ­χθη­καν α­πό το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο, μπο­ρούν να προ­σφύ­γουν σε εν­στά­σεις στη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση, η ο­ποί­α α­πο­φα­σί­ζει ο­ρι­στικά.

δ) Οι ε­κλο­γές διε­νερ­γού­νται στα Γρα­φεί­α του Συλ­λό­γου ή σε ο­ποιον­δή­πο­τε άλ­λο χώ­ρο ο­ρί­σει το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο, κα­τά τη διάρ­κεια των ερ­γα­σιών της Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης ή μέ­σα σε δέ­κα (10) μέ­ρες α­πό αυ­τή και σε η­με­ρο­μη­νί­α που κα­θο­ρί­ζε­ται α­πό την ί­δια τη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση.

4. Η ε­κλο­γή των διοι­κη­τι­κών ορ­γά­νων του Συλ­λό­γου γί­νε­ται δια ψη­φο­δελ­τί­ου, στο πά­νω μέ­ρος του ο­ποί­ου γρά­φε­ται η ε­πω­νυ­μί­α του Συλ­λό­γου. Στη συ­νέ­χεια, α­κο­λου­θούν, κα­τά α­πό­λυ­τη αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά, τα ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μα των υ­πο­ψη­φί­ων χω­ρι­στά και δια­κε­κρι­μέ­να για κά­θε όρ­γα­νο του Συλ­λό­γου. Πρώ­τα κα­τα­χω­ρού­νται τα ο­νό­μα­τα των υ­πο­ψη­φί­ων για το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο, με­τά των υ­πο­ψη­φί­ων για την Ε­λε­γκτι­κή Ε­πι­τρο­πή και με­τά των υ­πο­ψη­φί­ων για Ε­φο­ρευ­τι­κή Ε­πι­τρο­πή. Για α­ντι­προ­σώ­πους στις δευ­τε­ρο­βάθ­μιες ορ­γα­νώ­σεις χρη­σι­μο­ποιεί­ται ξε­χω­ρι­στό ψη­φο­δέλ­τιο. Τα έ­ξο­δα της Ε­φο­ρευ­τι­κής Ε­πι­τρο­πής για τους φα­κέ­λους και τα ψη­φο­δέλ­τια κα­λύ­πτο­νται α­πό το Τα­μεί­ο του Συλ­λό­γου.

5. Οι σταυ­ροί προ­τί­μη­σης μπο­ρεί να εί­ναι α­πό έ­νας (1) έ­ως το πο­λύ ί­σος με τον α­ριθ­μό των θέ­σε­ων του α­ντί­στοι­χου ορ­γά­νου. Αν εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ροι, το ψη­φο­δέλ­τιο εί­ναι έ­γκυ­ρο, χω­ρίς ό­μως να υ­πο­λο­γί­ζο­νται οι σταυ­ροί προ­τί­μη­σης.

6. Σε πε­ρί­πτω­ση πε­ρισ­σο­τέ­ρων του ε­νός (1) ψη­φο­δελ­τί­ων, με­τά το πέ­ρας της δια­λο­γής, κα­θο­ρί­ζε­ται το πο­σο­στό που έ­λα­βε το κά­θε ψη­φο­δέλ­τιο και οι α­ντί­στοι­χες έ­δρες που ε­κλέ­γο­νται α­πό αυ­τό για κά­θε όρ­γα­νο. Ο υ­πο­λο­γι­σμός γί­νε­ται με το σύ­στη­μα της α­πλής α­να­λο­γι­κής.

7. Α­πό το ε­νιαί­ο ψη­φο­δέλ­τιο οι έ­δρες για το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο την Ε­λε­γκτι­κή Ε­πι­τρο­πή και ο α­ριθ­μός των α­ντι­προ­σώ­πων στις δευ­τε­ρο­βάθ­μιες ορ­γα­νώ­σεις κα­τα­λαμ­βά­νο­νται α­πό τους υ­πο­ψή­φιους που έ­λα­βαν τη σχε­τι­κή πλειο­ψη­φί­α των σταυ­ρών προ­τί­μη­σης ε­πί του συ­νό­λου των ψή­φων. Σε πε­ρί­πτω­ση ι­σο­ψη­φί­ας, διε­νερ­γεί­ται κλή­ρω­ση. Το α­νά­λο­γο γί­νε­ται για κά­θε ψη­φο­δέλ­τιο, εφ’ ό­σον συ­ντρέ­χει πε­ρί­πτω­ση πε­ρισ­σο­τέ­ρων του ε­νός (1) ψη­φο­δελ­τί­ων.

8. Στη συ­ντασ­σό­με­νη ή συ­ντασ­σό­με­νες για κά­θε ψη­φο­δέλ­τιο λί­στες α­κο­λου­θούν τα ο­νό­μα­τα που έ­λα­βαν λι­γό­τε­ρους σταυ­ρούς και κα­τά σει­ρά του α­ριθ­μού των σταυ­ρών και α­να­κη­ρύσ­σο­νται ε­πι­λα­χό­ντες – α­να­πλη­ρω­μα­τι­κοί.

9. Οι ε­πι­λα­χό­ντες Σύμ­βου­λοι κα­λού­νται κα­τά σει­ρά ε­κλο­γής τους, σε α­ντι­κα­τά­στα­ση τα­κτι­κών με­λών των α­ντί­στοι­χων ορ­γά­νων, σε πε­ρί­πτω­ση πα­ραί­τη­σης, θα­νά­του ή έκ­πτω­σης αυ­τών.

ΑΡ­ΘΡΟ 15ο: ΣΥ­ΓΚΡΟ­ΤΗ­ΣΗ ΔΙΟΙ­ΚΗ­ΤΙ­ΚΟΥ ΣΥΜ­ΒΟΥ­ΛΙΟΥ - ΛΗ­ΨΗ Α­ΠΟ­ΦΑ­ΣΕ­ΩΝ

1. Τα ε­κλεγ­μέ­να μέ­λη του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου συ­νέρ­χο­νται, με πρό­σκλη­ση του πρώ­του κα­τά σει­ρά σταυ­ρο­δό­τη­σης πλειο­ψη­φί­σα­ντος Συμ­βού­λου α­πό το ε­νιαί­ο ψη­φο­δέλ­τιο ή α­πό το ψη­φο­δέλ­τιο που έ­λα­βε τις πε­ρισ­σό­τε­ρες ψή­φους ή, σε πε­ρί­πτω­ση α­δρά­νειας αυ­τού, α­πό τον α­μέ­σως ε­πό­με­νο σε σταυ­ρούς προ­τί­μη­σης, μέ­σα σε ο­κτώ (8) η­μέ­ρες α­πό την ε­κλο­γή τους και συ­γκρο­τού­νται σε σώ­μα με τις πα­ρα­κά­τω δια­δι­κα­σί­ες:

α) Ε­άν έ­στω και έ­να (1) μέ­λος το α­παι­τή­σει, η ε­κλο­γή πραγ­μα­το­ποιεί­ται με μυ­στι­κή ψη­φο­φο­ρί­α. Στην περίπτωση αυτή ο­ρί­ζε­ται, κα­τά πλειο­ψη­φί­α, έ­νας (1) Σύμ­βου­λος, ο ο­ποί­ος τη­ρεί τα πρα­κτι­κά και α­να­λαμ­βά­νει τη δια­δι­κα­σί­α ε­κλο­γής στα ε­πι­μέ­ρους α­ξιώ­μα­τα.

β) Ο α­νω­τέ­ρω Σύμ­βου­λος κα­τα­γρά­φει τις υ­πο­ψη­φιό­τη­τες για τη θέ­ση του Προ­έ­δρου σε ψη­φο­δέλ­τια, έ­στω χει­ρό­γρα­φα, τα δια­νέ­μει στους πα­ρό­ντες Συμ­βού­λους και τους κα­λεί να ψη­φί­σουν. Ε­άν κα­νείς των υ­πο­ψη­φί­ων δεν λά­βει α­πό­λυ­τη πλειο­ψη­φί­α των πα­ρό­ντων, κα­τά την πρώ­τη ψη­φο­φο­ρί­α, αυ­τή ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται αυ­θη­με­ρόν και ε­κλέ­γε­ται αυ­τός που θα ε­ξα­σφα­λί­σει τη σχε­τι­κή πλειο­ψη­φί­α. Ε­άν υ­πάρ­ξει ι­σο­ψη­φί­α στην πρώ­τη θέ­ση, η ψη­φο­φο­ρί­α ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται με υ­πο­ψή­φιους τους δύ­ο (2) πρώ­τους.

γ) Με­τά την ε­κλο­γή Προ­έ­δρου α­κο­λου­θεί η ε­κλο­γή του Α­ντι­προ­έ­δρου, του Γε­νι­κού Γραμ­μα­τέ­α, του Τα­μί­α και του Μέλους με την ί­δια, ως ά­νω, δια­δι­κα­σί­α.

δ) Με­τά το πέ­ρας της δια­δι­κα­σί­ας συ­ντάσ­σε­ται το Πρα­κτι­κό, το ο­ποί­ο και υ­πο­γρά­φε­ται α­πό το σύ­νο­λο των πα­ρι­στα­μέ­νων με­λών και, εν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει, η ε­κλο­γή θε­ω­ρεί­ται έ­γκυ­ρη εφ’ ό­σον υ­πο­γρά­φε­ται α­πό την πλειο­ψη­φί­α των πα­ρό­ντων.

2. Οι ι­διό­τη­τες του Προ­έ­δρου, του Γε­νι­κού Γραμ­μα­τέ­α και του Τα­μί­α δεν ε­πι­τρέ­πε­ται να συ­μπέ­σουν στο ί­διο πρό­σω­πο ή σε συγ­γε­νείς πρώ­του και δευ­τέ­ρου βαθ­μού.

3. Ο πρόεδρος του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου πρέ­πει υ­πο­χρε­ω­τι­κά να έ­χει έ­δρα της ε­παγ­γελ­μα­τι­κής του ε­γκα­τά­στα­σης ε­ντός των πό­λε­ων Α­θη­νών – Πει­ραιώς ή των πέ­ριξ Δή­μων, α­πα­γο­ρευο­μέ­νης της υ­πο­βο­λής υ­πο­ψη­φιό­τη­τας για το α­ξίωμα αυ­τό μέλους που δεν πληροί την ανωτέρω προϋπόθεση.

4. Το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο συ­νέρ­χε­ται στην έ­δρα του Συλ­λό­γου, ύ­στε­ρα α­πό πρό­σκλη­ση του Προ­έ­δρου ή, σε πε­ρί­πτω­ση κω­λύ­μα­τος, του Α­ντι­προ­έ­δρου και του Γε­νι­κού Γραμ­μα­τέ­α ή με αί­τη­ση του ε­νός δευ­τέ­ρου (1/2) των με­λών του, κοι­νο­ποιού­με­νη δύ­ο (2) η­μέ­ρες του­λά­χι­στον προ της συ­νε­δριά­σε­ως. Στην πρό­σκλη­ση α­να­γρά­φο­νται και τα θέ­μα­τα που θα ε­πι­λη­φθεί το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο.

5. Το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο συ­νέρ­χε­ται τα­κτι­κά κά­θε μή­να και έ­κτα­κτα ό­ταν πα­ρα­στεί α­νά­γκη, βρί­σκε­ται δε σε α­παρ­τί­α ό­ταν εί­ναι πα­ρό­ντα τα μι­σά συν έ­να (δη­λα­δή τρία) του­λά­χι­στον μέ­λη του και λαμ­βά­νο­νται α­πο­φά­σεις με α­πό­λυ­τη πλειο­ψη­φί­α των πα­ρό­ντων.

6. Ό­ταν ο α­ριθ­μός των με­λών του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου μειω­θεί για ο­ποιο­δή­πο­τε λό­γο, το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο συ­μπλη­ρώ­νε­ται α­πό τα α­να­πλη­ρω­μα­τι­κά μέ­λη του α­ντί­στοι­χου ψη­φο­δελ­τί­ου, κα­τά τη σχε­τι­κή διά­τα­ξη του άρ­θρου 14, χω­ρίς ό­μως να υ­περ­βούν τον α­ριθ­μό των τα­κτι­κών με­λών. Αν ο κα­τά­λο­γος των α­να­πλη­ρω­μα­τι­κών με­λών των συν­δυα­σμών ε­ξα­ντλη­θεί και το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο έπαψε να διαθέτει τον προβλεπόμενο αριθμό μελών, ζητείται α­πό τον πρό­ε­δρο Πρω­το­δι­κών του Μο­νο­με­λούς Πρω­το­δι­κεί­ου Α­θη­νών, να συμπληρωθεί ο αριθμός δια διορισμού. Αν παραιτηθούν όλα τα μέλη, ζητείται από τον ίδιο Πρόεδρο ο διορισμός προσωρινής Διοίκησης.

7. Σε πε­ρί­πτω­ση πα­ραί­τη­σης, θα­νά­του, έκ­πτω­σης ή συ­νε­χούς κω­λύ­μα­τος του Προ­έ­δρου, τέ­τοιας εν­νο­ου­μέ­νης της τρι­μή­νου α­που­σί­ας του εκ των κα­θη­κό­ντων του ή άλ­λου μέ­λους του Προ­ε­δρεί­ου, ο α­ριθ­μός των με­λών του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου συ­μπλη­ρώ­νε­ται κα­τά την έν­νοια της προ­η­γού­με­νης πα­ρα­γρά­φου και α­να­πλη­ρώ­νε­ται η θέ­ση. Πλή­ρης α­να­διάρ­θρω­ση του Προ­ε­δρεί­ου δεν α­πα­γο­ρεύ­ε­ται.

ΑΡ­ΘΡΟ 16ο: ΑΡ­ΜΟ­ΔΙΟ­ΤΗ­ΤΕΣ ΔΙΟΙ­ΚΗ­ΤΙ­ΚΟΥ ΣΥΜ­ΒΟΥ­ΛΙΟΥ

1. Το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο διοι­κεί και δια­χει­ρί­ζε­ται τις υ­πο­θέ­σεις του Συλ­λό­γου και κα­τευ­θύ­νει τη δρά­ση αυ­τού στην ε­πι­δί­ω­ξη και πραγ­μα­το­ποί­η­ση των στο άρ­θρο 2 του κα­τα­στα­τι­κού αυ­τού σκο­πών.

Α­κό­μη, το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο:

α) Συντάσσει εσωτερικό Κανονισμό του Συλλόγου.

β) Ε­πι­με­λεί­ται και δια­χει­ρί­ζε­ται τις υ­πο­θέ­σεις και την πε­ριου­σί­α του Συλ­λό­γου και φρο­ντί­ζει για την κα­λή συ­ντή­ρη­ση και α­ξιο­ποί­η­ση αυ­τής.

γ) Ε­νοι­κιά­ζει κα­τάλ­λη­λους χώ­ρους για τη στέ­γα­ση των Γρα­φεί­ων του Συλ­λό­γου και την ά­σκη­ση των λει­τουρ­γιών του.

δ) Προ­σλαμ­βά­νει το α­πα­ραί­τη­το υ­παλ­λη­λι­κό προ­σω­πι­κό και α­πο­λύ­ει αυ­τό, κα­θώς και τους νο­μι­κούς, οι­κο­νο­μι­κούς και άλ­λους ει­δι­κούς συμ­βού­λους και συ­νερ­γά­τες και κα­θο­ρί­ζει τις α­πο­δο­χές, α­μοι­βές και α­ντι­μι­σθί­ες αυ­τών.

ε) Κα­ταρ­τί­ζει τους ε­τή­σιους προ­ϋ­πο­λο­γι­σμούς, ι­σο­λο­γι­σμούς και α­πο­λο­γι­σμούς δια­χεί­ρι­σης και υ­πο­βάλ­λει αυ­τούς, με προ­η­γού­με­νο έ­λεγ­χο α­πό την Ε­λε­γκτι­κή Ε­πι­τρο­πή, στη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση για την έ­γκρι­ση αυ­τών. Τους ι­σο­λο­γι­σμούς συ­νο­δεύ­ει λο­γο­δο­σί­α για τη γε­νι­κή δρά­ση του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου.

στ) Συγκαλεί τις Γε­νι­κές Συ­νε­λεύ­σεις και κα­θο­ρί­ζει τα θέ­μα­τα η­με­ρή­σιας διά­τα­ξης αυ­τών.

ζ) Α­πο­φα­σί­ζει για ά­σκη­ση α­γω­γών και προ­σφυ­γών για την πε­ρι­φρού­ρη­ση των συμ­φε­ρό­ντων του Συλ­λό­γου ή για την α­πό­κρου­ση τέ­τοιων α­γω­γών στρε­φο­μέ­νων κατ’ αυ­τού και για κά­θε έν­δι­κο μέ­σο ή πα­ραί­τη­ση α­πό αυ­τό και για κά­θε δι­καιο­πρα­ξί­α που α­φο­ρά τα συμ­φέ­ρο­ντα του Συλ­λό­γου, πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων και των Συλ­λο­γι­κών Συμ­βά­σε­ων Ερ­γα­σί­ας.

η) Ε­πι­λέ­γει τον Γε­νι­κό Διευ­θυ­ντή είτε μεταξύ των μελών είτε εκτός αυτών.

2. Το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο μπο­ρεί, με συ­γκε­κρι­μέ­νες α­πο­φά­σεις του, που υ­πό­κει­νται σε α­νά­κλη­ση, να με­τα­βι­βά­ζει ο­ρι­σμέ­νες α­πό τις πα­ρα­πά­νω αρ­μο­διό­τη­τες του σε Ε­πι­τρο­πή α­πό τον Πρό­ε­δρο, τον Α­ντι­πρό­ε­δρο, το Γε­νι­κό Γραμ­μα­τέ­α και τον Τα­μί­α.

3. Οι υ­πη­ρε­σί­ες του κά­θε μέ­λους του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου και του Προ­ε­δρεί­ου αυ­τού εί­ναι τι­μη­τι­κές και πα­ρέ­χο­νται χω­ρίς α­μοι­βή. Δι­καιο­λο­γού­νται μό­νο έ­ξο­δα κι­νή­σε­ως, πα­ρα­στά­σε­ως και ο­δοι­πο­ρι­κά, που α­πο­φα­σί­ζο­νται α­πό το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο και ε­γκρί­νο­νται α­πό τη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση, ε­νώ α­να­γρά­φο­νται στον προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό του έ­τους της πραγ­μα­το­ποί­η­σής τους.

ΑΡ­ΘΡΟ 17ο: ΚΑ­ΘΗ­ΚΟ­ΝΤΑ ΠΡΟ­Ε­ΔΡΟΥ

1. Ο Πρό­ε­δρος του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου συ­γκα­λεί αυ­τό σε συ­νε­δρί­α­ση, υ­πο­γρά­φο­ντας μα­ζί με το Γε­νι­κό Γραμ­μα­τέ­α τις προ­σκλή­σεις, προ­ε­δρεύ­ει και διευ­θύ­νει τις συ­νε­δριά­σεις αυ­τού. Ει­ση­γεί­ται, σε συ­νερ­γα­σί­α με το Γε­νι­κό Γραμ­μα­τέ­α, τα προς συ­ζή­τη­ση θέ­μα­τα και προΐσταται γε­νι­κά του Συλ­λό­γου.

2. Ε­κτε­λεί, σε συ­νερ­γα­σί­α με το Γε­νι­κό Γραμ­μα­τέ­α, τις α­πο­φά­σεις του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου και της Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης.

3. Εκ­προ­σω­πεί το Σύλ­λο­γο σε κά­θε Αρ­χή Κρα­τι­κή, Δη­μο­τι­κή και Κοι­νο­τι­κή, τις Τρά­πε­ζες και πά­σης φύ­σης Ορ­γα­νι­σμούς και Νο­μι­κά Πρό­σω­πα Δη­μο­σί­ου ή Ι­διω­τι­κού Δι­καί­ου ή Φυ­σι­κά Πρό­σω­πα στις με­τα­ξύ του Συλ­λό­γου και αυ­τών πά­σης φύ­σε­ως σχέ­σεις.

4. Συ­νά­πτει με­τά του Γε­νι­κού Γραμ­μα­τέ­α έ­γκυ­ρες συμ­βά­σεις και συμ­φω­νί­ες στο ό­νο­μα του Συλ­λό­γου σε ε­κτέ­λε­ση α­πο­φά­σε­ων του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου, το ο­ποί­ο και εκ­προ­σω­πεί.

5. Δέ­χε­ται και α­σκεί α­γω­γές, έν­δι­κα μέ­σα κά­θε εί­δους ή πα­ραι­τεί­ται α­πό τέ­τοια έν­δι­κα μέ­σα, ύ­στε­ρα α­πό α­πό­φα­ση του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου, για κά­θε υ­πό­θε­ση ή δί­κη που γί­νε­ται στο ό­νο­μα του Συλ­λό­γου τον ο­ποί­ο εκ­προ­σω­πεί και διο­ρί­ζει πλη­ρε­ξού­σιους δι­κη­γό­ρους.

6. Υ­πο­γρά­φει μα­ζί με το Γε­νι­κό Γραμ­μα­τέ­α ό­λα τα ε­ξερ­χό­με­να έγ­γρα­φα του Συλ­λό­γου και κά­θε ε­ντο­λή προς πλη­ρω­μή, χρη­μα­τι­κό έ­νταλ­μα ή ε­πι­τα­γή.

7. Ε­πι­βλέ­πει την πι­στή τή­ρη­ση του κα­τα­στα­τι­κού, την ορ­γά­νω­ση και κα­λή λει­τουρ­γί­α του Συλ­λό­γου και α­σκεί έ­λεγ­χο σε ό­λα τα υ­πη­ρε­σια­κά όρ­γα­να και τον Τα­μί­α στη δια­χεί­ρι­σή του.

8. Σε πε­ρί­πτω­ση κω­λύ­μα­τος ή α­που­σί­ας του, ο Πρό­ε­δρος α­να­πλη­ρώ­νε­ται σε ό­λα τα πα­ρα­πά­νω κα­θή­κο­ντά του α­πό τον Α­ντι­πρό­ε­δρο.

9. Στη δια­κρι­τι­κή του ευ­χέ­ρεια α­νή­κει το δι­καί­ω­μα ο­ρι­σμέ­να α­πό τα α­νω­τέ­ρω κα­θή­κο­ντα να εκ­χω­ρεί στον Α­ντι­πρό­ε­δρο ή στο Γε­νι­κό Διευ­θυ­ντή, προς το σκο­πό της κα­λύ­τε­ρης διεκ­πε­ραί­ω­σης των θε­μά­των του Συλ­λό­γου.

ΑΡ­ΘΡΟ 18ο: ΚΑ­ΘΗ­ΚΟ­ΝΤΑ ΓΕ­ΝΙ­ΚΟΥ ΓΡΑΜ­ΜΑ­ΤΕ­Α

1. Ο Γε­νι­κός Γραμ­μα­τέ­ας πα­ρα­κο­λου­θεί και ε­λέγ­χει την κα­λή λει­τουρ­γί­α των γρα­φεί­ων και των υ­πη­ρε­σιών του Συλ­λό­γου, την κα­νο­νι­κή και α­πρό­σκο­πτη διε­ξα­γω­γή της αλ­λη­λο­γρα­φί­ας, την τή­ρη­ση των πρα­κτι­κών των συλ­λο­γι­κών ορ­γά­νων του Συλ­λό­γου, την τα­ξι­νό­μη­ση και δια­φύ­λα­ξη των εγ­γρά­φων, των πρα­κτι­κών και των ε­ντύ­πων σε κα­τάλ­λη­λο αρ­χεί­ο και γε­νι­κά προΐσταται του γρα­φεια­κού μη­χα­νι­σμού του Συλ­λό­γου και συ­μπα­ρί­στα­ται στον Πρό­ε­δρο στα δια­βή­μα­τα και πα­ρα­στά­σεις προς τις αρ­χές, για θέ­μα­τα που α­νά­γο­νται στους σκο­πούς και ε­πι­διώ­ξεις του Συλ­λό­γου.

2. Προ­συ­πο­γρά­φει μα­ζί με τον Πρό­ε­δρο τις προ­σκλή­σεις για τις συ­νε­δριά­σεις των κα­τα­στα­τι­κών ορ­γά­νων, ό­λα τα ε­ξερ­χό­με­να έγ­γρα­φα, τα ε­ντάλ­μα­τα πλη­ρω­μής, τις ε­ντο­λές και ε­πι­τα­γές και συ­νερ­γά­ζε­ται μα­ζί του στη με­λέ­τη, τη δια­χεί­ρι­ση και την α­ντι­με­τώ­πι­ση των υ­πο­θέ­σε­ων του Συλ­λό­γου και στη σύ­ντα­ξη της έκ­θε­σης για τη δρά­ση της Διοί­κη­σης, την ο­ποί­α ει­σά­γει στο Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο για έ­γκρι­ση και στη συ­νέ­χεια ει­ση­γεί­ται την έκ­θε­ση αυ­τή στη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση.

ΑΡ­ΘΡΟ 19ο: ΚΑ­ΘΗ­ΚΟ­ΝΤΑ ΤΑ­ΜΙΑ

1. Ο Τα­μί­ας φρο­ντί­ζει τα οι­κο­νο­μι­κά θέ­μα­τα του Συλ­λό­γου, πα­ρα­κο­λου­θεί την πραγ­μα­το­ποί­η­ση των ε­σό­δων και ε­πο­πτεύ­ει για την κα­λή λει­τουρ­γί­α της λο­γι­στι­κής υ­πη­ρε­σί­ας, την ε­νη­με­ρό­τη­τα των λο­γι­στι­κών βι­βλί­ων και εγ­γρά­φων και την πλη­ρό­τη­τα των πα­ρα­στα­τι­κών εγ­γρά­φων των ει­σπρά­ξε­ων και πλη­ρω­μών. Ει­δι­κό­τε­ρα, ο Τα­μί­ας:

α) Προ­συ­πο­γρά­φει μα­ζί με τον Πρό­ε­δρο τα γραμ­μά­τια εί­σπρα­ξης, ε­νερ­γεί κά­θε πλη­ρω­μή που α­πο­φά­σι­σε το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο, σύμ­φω­να με ε­ντο­λές και ε­ντάλ­μα­τα που φέ­ρουν την υ­πο­γρα­φή του Προ­έ­δρου και του Γε­νι­κού Γραμ­μα­τέ­α. Τα γραμ­μά­τια εί­σπρα­ξης θε­ω­ρού­νται και α­ριθ­μού­νται α­πό τον Πρό­ε­δρο της Ε­λε­γκτι­κής Ε­πι­τρο­πής ή το νό­μι­μο α­να­πλη­ρω­τή του πριν α­πό τη χρη­σι­μο­ποί­η­σή τους.

β) Φρο­ντί­ζει για την ά­με­ση κα­τά­θε­ση σε λο­γα­ρια­σμό τα­μιευ­τη­ρί­ου ή ό­ψε­ως στο ό­νο­μα του Συλ­λό­γου σε Τρά­πε­ζες που έ­χει α­πο­φα­σί­σει το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο και για την α­νά­λη­ψη χρη­μά­των α­πό αυ­τές, με ε­ντο­λές ή ε­πι­τα­γές του Συλ­λό­γου, που υ­πο­γρά­φο­νται α­πό τον Πρό­ε­δρο και το Γε­νι­κό Γραμ­μα­τέ­α και εκ­δί­δο­νται στο ό­νο­μα του Τα­μί­α, ο ο­ποί­ος υ­πο­χρε­ού­ται να δια­θέ­τει τα ει­σπρατ­τό­με­να πο­σά σύμ­φω­να με τις ε­ντο­λές που του δί­νο­νται και εί­ναι υ­πεύ­θυ­νος για ο­ποια­δή­πο­τε δια­χει­ρι­στι­κή α­νω­μα­λί­α ή έλ­λειμ­μα.

γ) Συ­ντάσ­σει τα­κτι­κά κά­θε μή­να κα­τά­στα­ση ε­σό­δων και ε­ξό­δων, υ­πο­βάλ­λει αυ­τή στο Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο, πα­ρα­κο­λου­θεί την κα­νο­νι­κή και ε­μπρό­θε­σμη εί­σπρα­ξη των ε­σό­δων και πό­ρων του Συλ­λό­γου.

δ) Ε­πι­με­λεί­ται, σε συ­νερ­γα­σί­α με τον Πρό­ε­δρο και το Γε­νι­κό Γραμ­μα­τέ­α, για κά­θε έ­γκαι­ρη σύ­ντα­ξη του προ­ϋ­πο­λο­γι­σμού κά­θε η­με­ρο­λο­για­κής χρή­σης. Πα­ρα­κο­λου­θεί και ε­λέγ­χει την τα­μεια­κή ε­νη­με­ρό­τη­τα των με­λών και υ­πο­βάλ­λει στο Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο πί­να­κα ε­κεί­νων που κα­θυ­στε­ρούν τις υ­πο­χρε­ω­τι­κές συν­δρο­μές και άλ­λες ει­σφο­ρές προς το Σύλ­λο­γο.

ε) Φρο­ντί­ζει και ε­πι­με­λεί­ται για την α­σφα­λή δια­τή­ρη­ση και φύ­λα­ξη των λο­γι­στι­κών βι­βλί­ων και ό­λων των πα­ρα­στα­τι­κών εγ­γρά­φων, α­ξιών, χρη­μα­το­γρά­φων και γε­νι­κά των πα­ρα­στα­τι­κών α­ξιών, τί­τλων, κα­θώς και του δια­θέ­σι­μου χρη­μα­τι­κού υ­πο­λοί­που.

στ) Με α­πό­φα­ση του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου μπο­ρεί να ο­ρί­ζε­ται χρη­μα­τι­κό πο­σό στα χέ­ρια του Τα­μί­α για την α­ντι­με­τώ­πι­ση των ε­πει­γό­ντων και α­πρό­βλε­πτων μι­κρο­ε­ξό­δων και δα­πα­νών του Συλ­λό­γου. Το πα­ρα­πά­νω πο­σό κα­θο­ρί­ζε­ται σ’ αυ­τό των ε­κα­τόν πε­νή­ντα χι­λιά­δων (150.000) δραχ­μών. Το πο­σό αυ­τό μπο­ρεί να αυ­ξο­μειώ­νε­ται με α­πό­φα­ση του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου.

ΑΡ­ΘΡΟ 20ο: ΚΑ­ΘΗ­ΚΟ­ΝΤΑ ΓΕ­ΝΙ­ΚΟΥ ΔΙΕΥ­ΘΥ­ΝΤΗ

1. Ο Γε­νι­κός Διευ­θυ­ντής εί­ναι ά­μι­σθος ή, κα­τό­πιν α­πο­φά­σε­ως του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου, έμ­μι­σθος και λει­τουρ­γεί υ­πό τον έ­λεγ­χο του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου, το ο­ποί­ο με α­πό­φα­σή του μπο­ρεί να ο­ρί­ζει λε­πτο­με­ρεια­κά τα κα­θή­κο­ντα αυ­τού.

2. Τα κα­θή­κο­ντά του νο­ού­νται μέ­σα στα πλαί­σια των δρα­στη­ριο­τή­των των Ο­μά­δων Ερ­γα­σί­ας των ο­ποί­ων προΐσταται και οι ο­ποί­ες α­σχο­λού­νται με:

α) Τη με­λέ­τη των προ­βλη­μά­των του λο­γι­στι­κού κλά­δου.

β) Τον κα­θο­ρι­σμό του διεκ­δι­κη­τι­κού πλαι­σί­ου.

γ) Τον προσ­διο­ρι­σμό των μέ­σων προ­βο­λής και διεκ­δί­κη­σης.

δ) Την ορ­γά­νω­ση και ε­κτέ­λε­ση των εκ­δη­λώ­σε­ων ε­κεί­νων που στο­χεύ­ουν στην ε­πι­τυ­χί­α των σκο­πών.

ε) Τη με­λέ­τη του φο­ρο­λο­γι­κού συ­στή­μα­τος της χώ­ρας και τη δια­τύ­πω­ση ο­λο­κλη­ρω­μέ­νων προ­τά­σε­ων.

στ) Τη δια­τύ­πω­ση και πα­ρου­σί­α­ση ι­δε­ών πά­νω στο οι­κο­νο­μι­κό γί­γνε­σθαι του τό­που.

ζ) Την έκ­φρα­ση γνώ­μης για τα εκ­παι­δευ­τι­κά προ­γράμ­μα­τα των Οι­κο­νο­μι­κών Σχο­λών.

η) Την ορ­γά­νω­ση και ε­πι­τυ­χη­μέ­νη ε­κτέ­λε­ση εκ­δη­λώ­σε­ων ε­παγ­γελ­μα­τι­κής ε­νη­μέ­ρω­σης των με­λών του Συλ­λό­γου, την α­να­βάθ­μι­ση των γνώ­σε­ών τους, την πο­λι­τι­στι­κή καλ­λιέρ­γεια και την ψυ­χα­γω­γί­α και

θ) Ό­σα α­κό­μη α­παι­τού­νται για την α­να­βάθ­μι­ση του ο­νό­μα­τος του λο­γι­στή, φο­ρο­τε­χνι­κού, οι­κο­νο­μο­λό­γου και την α­να­γνώ­ρι­ση α­πό την πο­λι­τεί­α και την κοι­νω­νί­α της προ­σφο­ράς του κλά­δου στην οι­κο­νο­μι­κή ζω­ή και α­νά­πτυ­ξη του τό­που.

3. Ε­φό­σον κλη­θεί, μπο­ρεί να συμ­με­τέ­χει στις συ­νε­δριά­σεις του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου, χω­ρίς δι­καί­ω­μα ψή­φου.

ΑΡ­ΘΡΟ 21ο: Ε­ΛΕ­ΓΚΤΙ­ΚΗ Ε­ΠΙ­ΤΡΟ­ΠΗ

1. Η Ε­λε­γκτι­κή Ε­πι­τρο­πή α­πο­τε­λεί­ται α­πό τρί­α (3) μέ­λη και ε­κλέ­γε­ται α­πό τη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση, σύμ­φω­να με το πα­ρα­πά­νω άρ­θρο 14, μα­ζί με το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο και με θη­τεί­α που συ­μπί­πτει με αυ­τή του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου και εί­ναι τριε­τής.

2. Η Ε­λε­γκτι­κή Ε­πι­τρο­πή, μό­λις ε­κλε­γεί, συ­γκα­λεί­ται και συ­γκρο­τεί­ται σε σώ­μα με α­νά­λο­γες δια­δι­κα­σί­ες σύ­γκλι­σης και συ­γκρό­τη­σης του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου. Ο ε­κλε­γό­με­νος Πρό­ε­δρος κα­λεί τα μέ­λη και διευ­θύ­νει τις συ­νε­δριά­σεις και ό­λο το έρ­γο της.

3. Έρ­γο της Ε­λε­γκτι­κής Ε­πι­τρο­πής εί­ναι ο α­διά­κο­πος και συ­στη­μα­τι­κός έ­λεγ­χος και η πα­ρα­κο­λού­θη­ση της δια­χεί­ρι­σης και των οι­κο­νο­μι­κών του Συλ­λό­γου.

4. Η Ε­λε­γκτι­κή Ε­πι­τρο­πή α­σκεί τα κα­θή­κο­ντά της συλ­λο­γι­κά και κα­τά την ε­κτέ­λε­ση του έρ­γου της έ­χει α­πό­λυ­τη πρω­το­βου­λί­α έ­ρευ­νας και ε­λέγ­χου. Το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο και ό­λα τα όρ­γα­να του Συλ­λό­γου θέ­τουν στη διά­θε­ση της Ε­λε­γκτι­κής Ε­πι­τρο­πής ό­λα τα διοι­κη­τι­κά, λο­γι­στι­κά και δια­χει­ρι­στι­κά βι­βλί­α και στοι­χεί­α που τη­ρού­νται σύμ­φω­να με το νό­μο και το κα­τα­στα­τι­κό αυ­τό και ο­ποιο­δή­πο­τε άλ­λο στοι­χεί­ο ή έγ­γρα­φο που η Ε­λε­γκτι­κή Ε­πι­τρο­πή κρί­νει χρή­σι­μο για την ά­σκη­ση του ε­λέγ­χου της.

5. Έ­να (1) μή­να του­λά­χι­στον προ της συ­νό­δου της τα­κτι­κής Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης, η Ε­λε­γκτι­κή Ε­πι­τρο­πή ε­πι­λαμ­βά­νε­ται του έρ­γου του κα­θο­λι­κού ε­λέγ­χου της οι­κο­νο­μι­κής δια­χεί­ρι­σης του χρό­νου που έ­λη­ξε και συ­ντάσ­σει και υ­πο­βάλ­λει την έκ­θε­σή της προς το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο δέ­κα (10) μέ­ρες του­λά­χι­στον προ της Συ­νέ­λευ­σης.

6. Η Ε­λε­γκτι­κή Ε­πι­τρο­πή, με βά­ση τα πα­ρα­πά­νω στοι­χεί­α και τον ι­σο­λο­γι­σμό και α­πο­λο­γι­σμό που έ­γκαι­ρα θέ­τει στη διά­θε­ση το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο, συ­ντάσ­σει την έκ­θε­σή της που πρέ­πει να εί­ναι αι­τιο­λο­γη­μέ­νη, σα­φής και με πα­ρα­τη­ρή­σεις, πο­ρί­σμα­τα, συ­μπε­ρά­σμα­τα και προ­τά­σεις, α­να­φο­ρι­κά με τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της υ­πό κρί­ση ε­τή­σιας δια­χει­ρι­στι­κής πε­ριό­δου. Την έκ­θε­σή της αυ­τή η Ε­λε­γκτι­κή Ε­πι­τρο­πή την υ­πο­βάλ­λει στη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση.

7. Ο έ­λεγ­χος των βι­βλί­ων και στοι­χεί­ων γί­νε­ται α­πό την Ε­λε­γκτι­κή Ε­πι­τρο­πή ε­ντός των Γρα­φεί­ων του Συλ­λό­γου και α­πα­γο­ρεύ­ε­ται η ε­ξα­γω­γή ή α­πο­μά­κρυν­ση αυ­τών ε­κτός των Γρα­φεί­ων.

8. Η Ε­λε­γκτι­κή Ε­πι­τρο­πή συ­νέρ­χε­ται έ­κτα­κτα ό­πο­τε κρί­νει αυ­τό α­να­γκαί­ο ο Πρό­ε­δρος ή τα δύ­ο (2) α­πό τα μέ­λη της ή το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο του Συλ­λό­γου. Η αί­τη­ση υ­πο­βάλ­λε­ται στον Πρό­ε­δρο της Ε­λε­γκτι­κής Ε­πι­τρο­πής και πρέ­πει να α­να­φέ­ρει τα προς συ­ζή­τη­ση θέ­μα­τα. Ο Πρό­ε­δρος της Ε­λε­γκτι­κής Ε­πι­τρο­πής την συ­γκα­λεί σε συ­νε­δρί­α­ση μέ­σα σε πέ­ντε (5) μέ­ρες α­πό την υ­πο­βο­λή της αί­τη­σης, με θέ­μα­τα συ­ζή­τη­σης αυ­τά που α­να­φέ­ρο­νται στην αί­τη­ση. Αν ο Πρό­ε­δρος δεν την έ­χει συ­γκα­λέ­σει στην πιο πά­νω προ­θε­σμί­α, τό­τε συ­γκα­λεί­ται α­πό αυ­τούς που έ­χουν κά­νει την αί­τη­ση. Σε κά­θε έ­κτα­κτη σύ­γκλη­ση της Ε­λε­γκτι­κής Ε­πι­τρο­πής, το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο εί­ναι υ­πο­χρε­ω­μέ­νο να πα­ρέ­χει κά­θε στοι­χεί­ο που θα του ζη­τη­θεί, ό­πως και κα­τά την τα­κτι­κή σύ­γκλη­ση της Ε­λε­γκτι­κής Ε­πι­τρο­πής.

9. Η Ε­λε­γκτι­κή Ε­πι­τρο­πή βρί­σκε­ται σε α­παρ­τί­α αν εί­ναι πα­ρό­ντα του­λά­χι­στον δύ­ο (2) μέ­λη της και οι α­πο­φά­σεις της παίρ­νο­νται με α­πό­λυ­τη πλειο­ψη­φί­α των πα­ρό­ντων με­λών.

10. Μέ­λος της Ε­λε­γκτι­κής Ε­πι­τρο­πής που α­που­σιά­ζει α­πό δύ­ο (2) συ­νε­χείς συ­νε­δριά­σεις κη­ρύσ­σε­ται έκ­πτω­το και κα­λεί­ται ο α­να­πλη­ρω­μα­τι­κός σύμ­φω­να με το κα­τα­στα­τι­κό και το Νό­μο.

ΑΡ­ΘΡΟ 22ο: Ε­ΦΟ­ΡΕΥ­ΤΙ­ΚΗ Ε­ΠΙ­ΤΡΟ­ΠΗ

1. Ό­ταν η Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση πρό­κει­ται να ε­κλέ­ξει το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο, την Ε­λε­γκτι­κή Ε­πι­τρο­πή και τους α­ντι­προ­σώ­πους του Συλ­λό­γου για τις α­νώ­τε­ρες ορ­γα­νώ­σεις που με­τέ­χει, να α­πο­φαν­θεί για ζη­τή­μα­τα ε­μπι­στο­σύ­νης προς τη Διοί­κη­ση, να ε­γκρί­νει τη λο­γο­δο­σί­α αυ­τής, να τρο­πο­ποι­ή­σει το κα­τα­στα­τι­κό του Συλ­λό­γου, να α­πο­φα­σί­σει για τη διά­λυ­ση του Συλ­λό­γου και για κά­θε άλ­λη πε­ρί­πτω­ση κα­τά την ο­ποί­α, σύμ­φω­να με το νό­μο και το κα­τα­στα­τι­κό αυ­τό, α­παι­τεί­ται μυ­στι­κή ψη­φο­φο­ρί­α, αυ­τή γί­νε­ται με την ε­πο­πτεί­α και την ευ­θύ­νη της Ε­φο­ρευ­τι­κής Ε­πι­τρο­πής.

2. Η Ε­φο­ρευ­τι­κή Ε­πι­τρο­πή α­πο­τε­λεί­ται α­πό τρί­α (3) μέ­λη και ε­κλέ­γε­ται α­πό τη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση, πριν α­πό κά­θε ψη­φο­φο­ρί­α για θέ­μα­τα της προ­η­γου­μέ­νης πα­ρα­γρά­φου και για την ε­κλο­γή αυ­τής ε­φαρ­μό­ζο­νται α­νά­λο­γα η δια­δι­κα­σί­α και οι δια­τά­ξεις του άρ­θρου 14 του κα­τα­στα­τι­κού αυ­τού πε­ρί ε­κλο­γής του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου.

Μα­ζί με τα τρί­α (3) τα­κτι­κά μέ­λη ε­κλέ­γο­νται και ι­σά­ριθ­μα α­να­πλη­ρω­μα­τι­κά που α­ντι­κα­θι­στούν το ο­ποιο­δή­πο­τε κω­λυό­με­νο ή αρ­νού­με­νο να εκ­πλη­ρώ­σει τις υ­πο­χρε­ώ­σεις του μέ­λος της Ε­φο­ρευ­τι­κής Ε­πι­τρο­πής. Οι υ­πο­ψή­φιοι μπαί­νουν σε ε­νιαί­ο ψη­φο­δέλ­τιο, στο ο­ποί­ο α­να­γρά­φο­νται τα ο­νό­μα­τα των υ­πο­ψη­φί­ων με αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά. Τό­τε ε­κλέ­γο­νται, κα­τά σει­ρά σταυ­ρο­δό­τη­σης, τρί­α (3) τα­κτι­κά και τρί­α (3) α­να­πλη­ρω­μα­τι­κά μέ­λη. Οι σταυ­ροί προ­τί­μη­σης σε ό­λες τις πε­ρι­πτώ­σεις εί­ναι μέ­χρι δύ­ο (2).

3. Πρό­ε­δρος της Ε­φο­ρευ­τι­κής Ε­πι­τρο­πής, σε πε­ρί­πτω­ση ε­κλο­γών κα­τα­στα­τι­κών ορ­γά­νων και α­ντι­προ­σώ­πων στις α­νώ­τε­ρες ορ­γα­νώ­σεις, εί­ναι ο α­ντι­πρό­σω­πος της Δι­κα­στι­κής Αρ­χής, σύμ­φω­να με τις δια­τά­ξεις των πα­ρα­γρά­φων 3, 4, 5 και 6 του άρ­θρου 11 του Ν.1264/1982.

4. Στην Ε­φο­ρευ­τι­κή Ε­πι­τρο­πή δεν μπο­ρεί να εί­ναι μέ­λος υ­πο­ψή­φιος για τα α­ξιώ­μα­τα για τα ο­ποί­α γί­νο­νται οι ε­κλο­γές.

5. Η Ε­φο­ρευ­τι­κή Ε­πι­τρο­πή ε­λέγ­χει, πριν α­πό την έ­ναρ­ξη της ψη­φο­φο­ρί­ας, τη γνη­σιό­τη­τα του α­ντι­γρά­φου του μη­τρώ­ου, βά­σει του ο­ποί­ου διε­ξά­γε­ται η ψη­φο­φο­ρί­α, το ο­ποί­ο έ­χει την υ­πο­χρέ­ω­ση να της πα­ρα­δώ­σει έ­γκαι­ρα το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο.

6. Η ψη­φο­φο­ρί­α γί­νε­ται πά­ντα με την ε­πί­δει­ξη της α­στυ­νο­μι­κής ταυ­τό­τη­τας ή άλ­λου δη­μο­σί­ου εγ­γρά­φου α­πό το ο­ποί­ο προ­κύ­πτει η ταυ­τό­τη­τα του μέ­λους και με το ει­δι­κό ε­κλο­γι­κό βι­βλιά­ριο ό­ταν αυ­τό εκ­δο­θεί. Μέ­χρι να εκ­δο­θεί το ε­κλο­γι­κό βι­βλιά­ριο και α­ντ’ αυ­τού, η ψη­φο­φο­ρί­α γί­νε­ται με το βι­βλιά­ριο α­σθε­νεί­ας ή το α­σφα­λι­στι­κό βι­βλιά­ριο. Στο ε­κλο­γι­κό βι­βλιά­ριο ή στο βι­βλιά­ριο α­σθε­νεί­ας και για τα δύ­ο τε­λευ­ταί­α, στην τε­λευ­ταί­α σε­λί­δα τους ση­μειώ­νε­ται α­πό τον Πρό­ε­δρο της Ε­φο­ρευ­τι­κής Ε­πι­τρο­πής η χρο­νο­λο­γί­α ά­σκη­σης του ε­κλο­γι­κού δι­καιώ­μα­τος και τί­θε­ται η υ­πο­γρα­φή του και η σφρα­γί­δα του Συλ­λό­γου. Η Ε­φο­ρευ­τι­κή Ε­πι­τρο­πή τη­ρεί πρω­τό­κολ­λα ψη­φο­φο­ρί­ας χω­ρι­στό για κά­θε ε­κλο­γή κα­τα­στα­τι­κών ορ­γά­νων και χω­ρι­στό για την ε­κλο­γή α­ντι­προ­σώ­πων στις α­νώ­τε­ρες ορ­γα­νώ­σεις, στα ο­ποί­α κα­τα­χω­ρού­νται κατ’ αύ­ξο­ντα α­ριθ­μό τα ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μα των ψη­φο­φό­ρων και τί­θε­ται η υ­πο­γρα­φή αυ­τών. Στο τέ­λος της ψη­φο­φο­ρί­ας κλεί­νε­ται το κά­θε πρω­τό­κολ­λο και υ­πο­γρά­φε­ται α­πό την Ε­φο­ρευ­τι­κή Ε­πι­τρο­πή.

7. Η Ε­φο­ρευ­τι­κή Ε­πι­τρο­πή φρο­ντί­ζει για την τή­ρη­ση της τά­ξης κα­τά το χρό­νο της ψη­φο­φο­ρί­ας, ώ­στε να γί­νε­ται αυ­τή κα­τά τρό­πο ε­λεύ­θε­ρο και α­νε­πη­ρέ­α­στο, να ε­ξα­σφα­λί­ζει τη μυ­στι­κό­τη­τα της ψη­φο­φο­ρί­ας, να α­πο­μα­κρύ­νει ε­κτός της αι­θού­σης της ψη­φο­φο­ρί­ας ο­ποιον­δή­πο­τε μη ψη­φο­φό­ρο και να α­πο­φα­σί­ζει για κά­θε αμ­φι­σβή­τη­ση ή έν­στα­ση που θα προ­κύ­ψει κα­τά την ψη­φο­φο­ρί­α και τα συ­να­φή με αυ­τήν θέ­μα­τα. Μπο­ρεί να ε­πι­τρέ­ψει την πα­ρου­σί­α υ­πη­ρε­σια­κών πα­ρα­γό­ντων του Συλ­λό­γου για την υ­πο­βο­ή­θη­ση του έρ­γου της.

8. Κα­τά τη διάρ­κεια της διε­ξα­γω­γής των ε­κλο­γών και την α­να­κή­ρυ­ξη των ε­πι­τυ­χό­ντων μπο­ρεί να πα­ρευ­ρί­σκε­ται στο χώ­ρο της ε­κλο­γής έ­νας (1) α­ντι­πρό­σω­πος α­πό κά­θε υ­πο­ψή­φιο ή, σε πε­ρί­πτω­ση πε­ρισ­σο­τέ­ρων του ε­νός (1) ψη­φο­δελ­τί­ων, έ­νας (1) για κά­θε συν­δυα­σμό.

9. Με­τά το τέ­λος της ψη­φο­φο­ρί­ας η Ε­φο­ρευ­τι­κή Ε­πι­τρο­πή, α­φού βε­βαιω­θεί ό­τι δεν υ­πάρ­χει άλ­λος ψη­φο­φό­ρος, α­νοί­γει την ψη­φο­δό­χο και κά­νει τη δια­λο­γή των ψη­φο­δελ­τί­ων, τη­ρώ­ντας πί­να­κα δια­λο­γής και α­να­κη­ρύσ­σει α­πό τους υ­πο­ψη­φί­ους, τους ε­κλε­γέ­ντες σύμ­φω­να με το άρ­θρο 14 για τα α­ντί­στοι­χα α­ξιώ­μα­τα και τους ε­πι­λα­χό­ντες α­να­πλη­ρω­μα­τι­κούς.

10. Η Ε­φο­ρευ­τι­κή Ε­πι­τρο­πή για την ψη­φο­φο­ρί­α, τη δια­λο­γή των ψή­φων, την α­να­κή­ρυ­ξη των ε­πι­τυ­χό­ντων, τις υ­πο­βλη­θεί­σες εν­στά­σεις, τις α­πο­φά­σεις της και για κά­θε θέ­μα που προ­έ­κυ­ψε κα­τά τις ε­κλο­γές, συ­ντάσ­σει σχε­τι­κό πρα­κτι­κό, το ο­ποί­ο υ­πο­γρά­φε­ται α­πό ό­λα τα μέ­λη της και το δι­κα­στι­κό α­ντι­πρό­σω­πο. Τα πρα­κτι­κά αυ­τά, μα­ζί με το α­ντί­γρα­φο μη­τρώ­ου και τα πρω­τό­κολ­λα ψη­φο­φο­ρί­ας που χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν στις ε­κλο­γές, φυ­λάσ­σο­νται στο Πρω­το­δι­κεί­ο της έ­δρας του Συλ­λό­γου, α­ντί­γρα­φα δε αυ­τών στο αρ­χεί­ο του Συλ­λό­γου.

11. Η ε­κλε­γό­με­νη κά­θε φο­ρά Ε­φο­ρευ­τι­κή Ε­πι­τρο­πή έ­χει τριε­τή θη­τεί­α. Πριν από τη σύ­γκλη­ση της Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης, η ο­ποί­α πρό­κει­ται να ε­κλέ­ξει νέ­ο Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο κ.λπ., διε­νερ­γεί ψη­φο­φο­ρί­α για την α­νά­δει­ξη νέ­ας Ε­φορευ­τι­κής Ε­πι­τρο­πής για την ε­πό­με­νη τριε­τί­α. Αν κά­ποιο μέ­λος της α­περ­χό­μενης Ε­φο­ρευ­τι­κής Ε­πι­τρο­πής ε­πι­θυ­μεί να θέ­σει υ­πο­ψη­φιό­τη­τα και πά­λι, πα­ραχω­ρεί τη θέ­ση του για την ψη­φο­φο­ρί­α αυ­τή σε έ­ναν (1) α­πό τους ε­πι­λα­χό­ντες. Αν δεν υ­πάρ­χουν δια­θέ­σι­μοι ε­πι­λα­χό­ντες, ο α­ριθ­μός των με­λών της Ε­πι­τρο­πής συμπλη­ρώ­νε­ται με α­πό­φα­ση του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου.

ΑΡ­ΘΡΟ 23ο: Α­ΝΤΙ­ΠΡΟ­ΣΩ­ΠΟΙ

1. Οι α­ντι­πρό­σω­ποι του Συλ­λό­γου στις δευ­τε­ρο­βάθ­μιες συν­δι­κα­λι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις στις ο­ποί­ες εί­ναι μέ­λος ο Σύλ­λο­γος, ε­κλέ­γο­νται α­πό τη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση ταυ­τό­χρο­να με την ε­κλο­γή του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου, η θη­τεί­α τους εί­ναι τριε­τής και συ­μπί­πτει με αυ­τή του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου. Η ε­κλο­γή γί­νε­ται κα­τά το σύ­στη­μα και τη δια­δι­κα­σί­α του άρ­θρου 14 πε­ρί ε­κλο­γής του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου που ε­φαρ­μό­ζε­ται α­νά­λο­γα.

2. Ο α­ριθ­μός των α­ντι­προ­σώ­πων του Συλ­λό­γου στις δευ­τε­ρο­βάθ­μιες συν­δι­κα­λι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις που με­τέ­χει, ο­ρί­ζε­ται σύμ­φω­να με το κα­τα­στα­τι­κό αυ­τών και με το Ν.1712/1987.

3. Η ε­κλο­γή των α­ντι­προ­σώ­πων γί­νε­ται με χω­ρι­στό ψη­φο­δέλ­τιο, οι δε κα­τά σει­ρά ε­πι­λα­χό­ντες α­να­πλη­ρούν α­ντί­στοι­χα τους τα­κτι­κούς α­ντι­προ­σώ­πους σε πε­ρί­πτω­ση πα­ραι­τή­σε­ως, θα­νά­του, έκ­πτω­σης ή α­να­κλή­σε­ως των τα­κτι­κών με­λών.

4. Για την ε­κλο­γή α­ντι­προ­σώ­πων του Συλ­λό­γου στις Ο­μο­σπον­δί­ες ψη­φί­ζουν μό­νο τα μέ­λη που έ­χουν ε­πι­λέ­ξει το Σύλ­λο­γο αυ­τό σαν Κύ­ρια ορ­γά­νω­ση.

ΑΡ­ΘΡΟ 24ο: ΠΟ­ΡΟΙ

1. Πό­ροι του Συλ­λό­γου εί­ναι:

α) Τα δι­καιώ­μα­τα εγ­γρα­φής και οι υ­πο­χρε­ω­τι­κές συν­δρο­μές των με­λών.

β) Τα ει­σο­δή­μα­τα της κι­νη­τής και α­κί­νη­της πε­ριου­σί­ας του Συλ­λό­γου.

γ) Τα έ­σο­δα α­πό δω­ρε­ές, κλη­ρο­νο­μιές, κλη­ρο­δο­σί­ες και α­πό διά­φο­ρες εκ­δη­λώ­σεις και ε­ορ­τές, κα­θώς και προ­αι­ρε­τι­κές ει­σφο­ρές των με­λών.

δ) Οι έ­κτα­κτες ει­σφο­ρές των με­λών, που το πο­σό τους θα κα­θο­ρί­ζε­ται με α­πό­φα­ση του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου, για την κα­λύ­τε­ρη ε­πι­τυ­χί­α των ε­πι­διω­κο­μέ­νων σκο­πών του Συλ­λό­γου και οι ο­ποί­ες δεν θα μπο­ρούν να ξε­πε­ρά­σουν κά­θε χρό­νο το δι­πλά­σιο των ε­τή­σιων τα­κτι­κών ει­σφο­ρών - συν­δρο­μών.

2. Δεν ε­πι­τρέ­πε­ται η α­πο­δο­χή δω­ρε­ών που γί­νο­νται α­νωνύμως.

3. Το ύψος του δι­καιώ­μα­τος εγ­γρα­φής ο­ρί­ζε­ται στις δρχ. 5.000 (πέντε χιλιάδες) ενώ της ε­τή­σιας υ­πο­χρε­ω­τι­κής συν­δρο­μής θα καθοριστεί με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης. Με ίδια απόφαση θα γίνονται αναπροσαρμογές των ποσών.

4. Τα επίτιμα μέλη δεν καταβάλλουν κανένα ποσό.

5. Τα πο­σά των ε­τή­σιων υ­πο­χρε­ω­τι­κών συν­δρο­μών κα­τα­βάλ­λο­νται με α­πο­κλει­στι­κή φρο­ντί­δα των με­λών και χω­ρίς ό­χλη­ση α­πό τον Τα­μί­α του Συλ­λό­γου, α­πό 1η Δε­κεμ­βρί­ου του προ­η­γού­με­νου έ­τους και μέ­χρι 31η Ια­νουα­ρί­ου του έ­τους στο ο­ποί­ο α­να­φέ­ρο­νται.

6. Η ε­τή­σια δια­χει­ρι­στι­κή πε­ρί­ο­δος (χρή­ση) του Συλ­λό­γου εί­ναι α­ντί­στοι­χη με το η­με­ρο­λο­για­κό έ­τος, δη­λα­δή α­πό 1η Ια­νουα­ρί­ου μέ­χρι 31η Δε­κεμ­βρί­ου κά­θε έ­τους.

ΑΡ­ΘΡΟ 25ο: ΒΙ­ΒΛΙΑ

1. Για την άρ­τια λει­τουρ­γί­α και τη νό­μι­μη δια­χεί­ρι­ση των οι­κο­νο­μι­κών του Συλ­λό­γου τη­ρού­νται τα πα­ρα­κά­τω βι­βλί­α, που α­ριθ­μού­νται και θε­ω­ρού­νται πριν να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν α­πό το Γραμ­μα­τέ­α του Πρω­το­δι­κεί­ου της έ­δρας του Συλ­λό­γου:

α) Βι­βλί­ο Μη­τρώ­ου Με­λών, στο ο­ποί­ο α­να­γρά­φο­νται με α­ριθ­μη­τι­κή σει­ρά το ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο του μέ­λους, ο α­ριθ­μός του δελ­τί­ου ταυ­τό­τη­τας, ο α­ριθ­μός του ει­δι­κού ε­κλο­γι­κού βι­βλια­ρί­ου, οι χρο­νο­λο­γί­ες εγ­γρα­φής και δια­γρα­φής του μέ­λους, κα­θώς και η τα­μεια­κή ε­νη­μέ­ρω­σή του.

β) Βι­βλί­ο πρα­κτι­κών Συ­νε­δριά­σε­ων της Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης.

γ) Βι­βλί­ο πρα­κτι­κών Συ­νε­δριά­σε­ων του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου.

δ) Βι­βλί­ο πρα­κτι­κών Συ­νε­δριά­σε­ων της Ε­λε­γκτι­κής Ε­πι­τρο­πής.

ε) Βι­βλί­ο τα­μεί­ου, στο ο­ποί­ο κα­τα­χω­ρί­ζο­νται με χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά ό­λες οι ει­σπρά­ξεις και πλη­ρω­μές.

στ) Βι­βλί­ο πε­ριου­σί­ας στο ο­ποί­ο κα­τα­γρά­φο­νται ό­λα τα κι­νη­τά και α­κί­νη­τα πε­ριου­σια­κά στοι­χεί­α του Συλ­λό­γου.

ζ) Βι­βλί­ο στο ο­ποί­ο κα­τα­χω­ρί­ζο­νται με α­ριθ­μη­τι­κή σει­ρά τα ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μα των με­λών του Συλ­λό­γου για τα ο­ποί­α εκ­δό­θη­κε ει­δι­κό ε­κλο­γι­κό βι­βλιά­ριο. Ο α­ριθ­μός κα­τα­χώ­ρι­σης στο βι­βλί­ο αυ­τό α­πο­τε­λεί και τον α­ριθ­μό του ει­δι­κού ε­κλο­γι­κού βι­βλια­ρί­ου. Στο ί­διο βι­βλί­ο κα­τα­χω­ρί­ζε­ται ε­πί­σης και η η­με­ρο­μη­νί­α της α­πό­φα­σης του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου για την έκ­δο­ση, η η­με­ρο­μη­νί­α έκ­δο­σης, κα­θώς και η η­με­ρο­μη­νί­α α­πώ­λειας ή α­κύ­ρω­σης του ει­δι­κού ε­κλο­γι­κού βι­βλια­ρί­ου. Σε πε­ρί­πτω­ση α­πώ­λειας, α­να­γρά­φε­ται και ο α­ριθ­μός του νέ­ου ει­δι­κού ε­κλο­γι­κού βι­βλια­ρί­ου. Σε ι­διαί­τε­ρη στή­λη α­να­γρά­φε­ται η ε­πω­νυ­μί­α της δεύ­τε­ρης πρω­το­βάθ­μιας ορ­γά­νω­σης στην ο­ποί­α τυ­χόν α­νή­κει το μέ­λος.

2. Πέ­ρα α­πό τα πα­ρα­πά­νω βι­βλί­α, τη­ρού­νται και ο­ποια­δή­πο­τε άλ­λα λο­γι­στι­κά ή δια­χει­ρι­στι­κά βι­βλί­α, τα ο­ποί­α η οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση του Συλ­λό­γου ε­πι­βά­λει για τη λο­γι­στι­κή και δια­χει­ρι­στι­κή πλη­ρό­τη­τα και αρ­τιό­τη­τα αυ­τής, κα­θώς και γραμ­μά­τια ει­σπρά­ξε­ων και ε­ντάλ­μα­τα πλη­ρω­μής α­ριθ­μη­μέ­να, που θε­ω­ρού­νται α­πό τον Πρό­ε­δρο της Ε­λε­γκτι­κής Ε­πι­τρο­πής ή το νό­μι­μο α­να­πλη­ρω­τή του πριν α­πό τη χρη­σι­μο­ποί­η­σή τους. Ε­πί­σης, τη­ρού­νται και οια­δή­πο­τε άλ­λα βι­βλί­α και πα­ρα­στα­τι­κά στοι­χεί­α που δια­τά­ξεις άλ­λων νό­μων ε­πι­βάλ­λουν.

3. Τα μέ­λη του Συλ­λό­γου, κα­θώς και οι υ­περ­κεί­με­νες ορ­γα­νώ­σεις στις ο­ποί­ες α­νή­κει ο Σύλ­λο­γος έ­χουν δι­καί­ω­μα να πλη­ρο­φο­ρού­νται το πε­ριε­χό­με­νο των πα­ρα­πά­νω βι­βλί­ων και στοι­χεί­ων.

ΑΡ­ΘΡΟ 26ο: ΤΡΟ­ΠΟ­ΠΟΙ­Η­ΣΗ ΚΑ­ΤΑ­ΣΤΑ­ΤΙ­ΚΟΥ

Για την τρο­πο­ποί­η­ση του κα­τα­στα­τι­κού αυ­τού α­πο­φα­σί­ζει η Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση, που συ­νέρ­χε­ται για το σκο­πό αυ­τό. Για τη λή­ψη α­πό­φα­σης α­παι­τεί­ται η πλειο­ψη­φί­α που προ­βλέ­πει η πα­ρά­γρα­φος 2 του άρ­θρου 13 του κα­τα­στα­τι­κού αυ­τού και το άρ­θρο 5, πα­ρά­γρα­φος 8 του Ν.1712/1987.

ΑΡ­ΘΡΟ 27ο: ΔΙΑ­ΛΥ­ΣΗ

1. Ο Σύλ­λο­γος δια­λύ­ε­ται στις ε­ξής πε­ρι­πτώ­σεις:

α) Ό­ταν ο α­ριθ­μός των με­λών του μειω­θεί κά­τω των δέκα (10).

β) Κα­τό­πιν δι­κα­στι­κής α­πό­φα­σης, ό­πως ο­ρί­ζει ο νό­μος.

γ) Ύ­στε­ρα α­πό α­πό­φα­ση της Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης, που συ­νέρ­χε­ται ει­δι­κά προς το σκο­πό αυ­τό και κα­τά την ο­ποί­α α­παι­τεί­ται α­παρ­τί­α του ε­νός δευ­τέ­ρου (1/2) του­λά­χι­στον των οι­κο­νο­μι­κά τα­κτο­ποι­η­μέ­νων με­λών και πλειο­ψη­φί­α των τριών τε­τάρ­των (3/4) των πα­ρό­ντων, σύμ­φω­να με το άρ­θρο 5, πα­ρά­γρα­φος 8 του Ν.1712/1987.

2. Δια­λυ­μέ­νου του Συλ­λό­γου, η πε­ριου­σί­α αυ­τού πε­ριέρ­χε­ται σε άλ­λη λει­τουρ­γού­σα ή μέλ­λου­σα να λει­τουρ­γή­σει πρω­το­βάθ­μια ορ­γά­νω­ση του ί­διου ε­παγ­γελ­μα­τι­κού κλά­δου και σκο­πού ή σε κύ­ρια δευ­τε­ρο­βάθ­μια ορ­γά­νω­ση που με­τέ­χει ο Σύλ­λο­γος, με α­πό­φα­ση της Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης του Συλ­λό­γου. Σε κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση η πε­ριου­σί­α του Συλ­λό­γου δεν δια­νέ­με­ται με­τα­ξύ των με­λών της.

3. Ο Σύλ­λο­γος α­φού δια­λυ­θεί, τί­θε­ται υ­πό εκ­κα­θά­ρι­ση και θε­ω­ρεί­ται ό­τι υ­φί­στα­ται μό­νο για το σκο­πό της εκ­κα­θά­ρι­σης. Κα­τά το στά­διο της εκ­κα­θά­ρι­σης, κά­θε έγ­γρα­φο του Συλ­λό­γου φέ­ρει υ­πο­χρε­ω­τι­κά την έν­δει­ξη ό­τι τε­λεί υ­πό εκ­κα­θά­ρι­ση, οι εκ­κα­θα­ρι­στές δε, τρεις (3) τον α­ριθ­μό, ε­κλέ­γο­νται α­πό τη Γε­νι­κή Συ­νέ­λευ­ση κα­τά πλειο­ψη­φί­α και προ­βαί­νουν στην εκ­κα­θά­ρι­ση της πε­ριου­σί­ας του Συλ­λό­γου.

ΑΡ­ΘΡΟ 28ο: ΣΦΡΑ­ΓΙ­ΔΑ - ΣΗΜΑ

1. Ο Σύλ­λο­γος έ­χει τη δι­κή του σφρα­γί­δα, η ο­ποί­α εί­ναι κυ­κλι­κή, φέ­ρει στο μέ­σον το χρό­νο ί­δρυ­σής του και σε κύ­κλο την ε­πω­νυ­μί­α “ΛΟ­ΓΙ­ΣΤΙ­ΚΟΣ ΣΥΛ­ΛΟ­ΓΟΣ Α­ΘΗ­ΝΩΝ”.

2. Το Δ.Σ. μπορεί ν’ αποφασίσει για την υιοθέτηση ΣΗΜΑΤΟΣ του Συλλόγου και να ορίσει τρόπους χρήσης αυτού, εντάσσοντάς το, κατά την κρίση του και στη σφραγίδα.

ΑΡ­ΘΡΟ 29ο: ΔΩ­ΡΗ­ΤΕΣ - ΕΥΕΡ­ΓΕ­ΤΕΣ

1. Ο Σύλ­λο­γος α­να­γνω­ρί­ζει δω­ρη­τές ε­κεί­νους που προ­σφέ­ρουν χρή­μα­τα ή άλ­λα εί­δη η α­ξί­α των ο­ποί­ων κυ­μαί­νε­ται α­πό 100.000 μέ­χρι 500.000 δραχ­μές. Ευερ­γέ­τες δε ε­κεί­νους που προ­σφέ­ρουν με­γα­λύ­τε­ρα πο­σά.

2. Οι δω­ρη­τές και οι ευερ­γέ­τες κα­τα­χω­ρί­ζο­νται σε ει­δι­κό βι­βλί­ο.

3. Α­πο­κλεί­ο­νται δω­ρε­ές και ευερ­γε­σί­ες α­πό πρό­σω­πα που πο­λι­τεύ­ο­νται, κομματικούς οργανισμούς ή πολιτικές οργανώσεις.

ΑΡ­ΘΡΟ 30ο: Ε­ΦΑΡ­ΜΟ­ΣΤΕ­ΕΣ ΔΙΑ­ΤΑ­ΞΕΙΣ

1. Για ο,τι­δή­πο­τε δεν προ­βλέ­πε­ται α­πό το κα­τα­στα­τι­κό αυ­τό, ε­φαρ­μό­ζο­νται οι δια­τά­ξεις του Ν.1712/1987 και οι συ­να­φείς δια­τά­ξεις του Α­στι­κού Κώ­δι­κα.

2. Το Διοι­κη­τι­κό Συμ­βού­λιο ε­πα­γρυ­πνεί για την πι­στή ε­φαρ­μο­γή των δια­τά­ξε­ων του κα­τα­στα­τι­κού, με πνεύ­μα προ­σή­λω­σης στην πραγ­μα­το­ποί­η­ση των σκο­πών του Συλ­λό­γου και την πε­ρι­φρού­ρη­ση και προ­α­γω­γή των συμ­φε­ρό­ντων των με­λών.

ΑΡ­ΘΡΟ 31ο: Ε­ΓΚΡΙ­ΣΗ

Το κα­τα­στα­τι­κό αυ­τό α­πο­τε­λεί­ται α­πό τριά­ντα έ­να (31), με το πα­ρόν, άρ­θρα μετά τις τροποποιήσεις που έγιναν , εγκρίθηκε σήμερα από την Γενική Συνέλευση με τη νόμιμη απαρτία και πλειοψηφία που προβλέπει το άρθρο 26 του παρόντος , η συνήλθε για το σκοπό αυτό και θα ισχύσει όπως τροποποιήθηκε από την εγγραφή των τροποποιήσεων στο τηρούμενο δημόσιο βιβλίο σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Αθήνα 24-11-2000